Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες που βρίσκονται στην είσοδο του γερμανικού προξενείου της Θεσσαλονίκης.

Σείουν τα χαρτιά του ασύλου με τις φωτογραφίες τους. Είναι οι αποδείξεις της ύπαρξής τους στην Ευρώπη.

Είναι η Σάλουα και η Ιντισάρ, η Ιμάν και η Σάλχα, η Χεν, η Ράχμα, η Φαντίλα.

Είναι μητέρες και γιαγιάδες, είναι γυναίκες της Συρίας διωγμένες από τον πόλεμο και βρέθηκαν και χθες για άλλη μια μέρα με τα παιδιά και τα εγγόνια τους στην παραλία της πόλης έξω από το προξενείο της χώρας προορισμού τους.

Εχουν μια ένταση στο πρόσωπο, αλλά η ανυπομονησία τους είναι διαφορετικής ποιότητας από την αντίστοιχη στην Ειδομένη.

Το αίμα πήζει στην πληγή κι ο πόνος γίνεται καρφί…

Τώρα κουνάνε τα χαρτιά τους λες και το αίτημά τους -να φτάσουν στη Γερμανία φυσικά- αποκτά υλική υπόσταση και πνοή πάνω στα διπλωμένα έγγραφα ασύλου.

«Τι είναι αυτά τα χαρτιά; Τι είναι αυτά τα χαρτιά; Ποιος μας τα έδωσε; Εσείς μας τα δώσατε. Γιατί δεν μας αφήνετε να φτάσουμε στους γιους και τους άντρες μας, που είναι ήδη στη Γερμανία;».

Ενας νεαρός αστυνομικός με πολιτικά προσπαθεί να τις ηρεμήσει και τα καταφέρνει πολύ καλά, αλλά δεν μπορεί να τους εξηγήσει.

Αν δεν υπήρχαν δημοσιογράφοι τριγύρω, μπορεί να τους έλεγε ότι είναι θύματα του διπλωματικού παζαριού, του ευρωπαϊκού παζαριού που σε σχέση με το περιώνυμο ανατολίτικο είναι υποκριτικό και κυνικό και ότι αυτές και τα παιδιά τους είναι θύματα των… ποσοστώσεων ανθρωπισμού.

Η διαφορά από την Ειδομένη και τους καταυλισμούς είναι ότι αυτές οι γυναίκες δείχνουν πια τα πρόσωπά τους, ο θυμός έχει πατήσει πάνω στα έθιμα και τα ταμπού και τα έχει υπερβεί.

«Ηρθαμε και την προηγούμενη εβδομάδα» αρχίζει αυτή που μιλάει καλύτερα αγγλικά, «ανέβηκε ένας επάνω, κάθισε, ζήτησαν τα χαρτιά, είδαν τα χαρτιά, πήραν αριθμούς, δώσανε αριθμούς, χαρτιά πάνω σε χαρτιά, πέρασε μία βδομάδα, τίποτα, τίποτα, είμαστε σαν τρελοί, ρωτάμε συνέχεια το ίδιο πράγμα, καθόμαστε και ρωτάμε το ίδιο πράγμα, πρωί μεσημέρι και βράδυ, καθόμαστε και ρωτάμε, γιατί δεν αφήνουν να πάμε στη Γερμανία…»

Η απόπειρα μιας ερώτησης φέρνει και τις άλλες γυναίκες τριγύρω -γράφουν τη συζήτηση στα κινητά τους, καταγράφουν τους καταγραφείς, ηλεκτρονικό ημερολόγιο-, «πώς είναι η ζωή στα διαμερίσματα, τα παιδιά πήγαν στο σχολείο;».

Η απάντηση έχει μια ανεπεξέργαστη ωμότητα και μια δραματική θεατρική διάσταση συνάμα:

«Να πείτε ότι δεν είμαστε ζώα, είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι, μένουμε στη Μοναστηρίου, όταν μπήκαμε μέσα, μας έριξαν ένα βλέμμα σαν να έλεγαν ‘μμμ, μας ήρθαν και οι πρόσφυγες, κοίτα οι… πρόσφυγες’, είναι επιθετικοί, μας έκαναν παρατήρηση, φώναζαν τα παιδιά, προσπάθησα να τους ζητήσω συγγνώμη, να τους εξηγήσω, μια γυναίκα με έσπρωξε μακριά της, να μην την πλησιάζω, τι έκανα, προσπάθησα να της εξηγήσω, δεν άκουγε τίποτα, ένιωσα την περιφρόνησή τους… και πώς να πάει το παιδί σχολείο, τέσσερις φορές αλλάξαμε μέρος διαμονής, τέσσερις, από καταυλισμό σε καταυλισμό και ύστερα διαμερίσματα, τι να μάθει, ελληνικά; Θα μείνουμε εδώ; Γερμανικά; Πότε θα φύγουμε;». 

Το λεκτικό ξέσπασμα της μιας περνά στην άλλη, ένα ατελείωτο καρουσέλ καημών, πόνων και επιθυμιών:

«Εχασα τον άντρα και δυο γιους στον πόλεμο από τον Ασαντ (…) το βλέπεις το παιδί μου, το βλέπεις; Τριών χρονών και δεν έχει δει ακόμη τον πατέρα του που είναι στη Γερμανία (…) πού είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα;.. Ο άντρας μου πήγε στο νοσοκομείο, χρειάζεται εγχείρηση αλλά πρώτα μαγνητική τομογραφία, έλα αύριο, έλα αύριο (…) πόλεμος, πόλεμος, ξέρεις τι είναι; Θέλαμε να σωθούμε και είμαστε ενάμιση χρόνο στους καταυλισμούς, πότε θα ζήσουμε; Βγάλε φωτογραφία τα χαρτιά, έχουμε χαρτιά…»

Μεσημέρι πια, τα σύννεφα της «Μέδουσας» φεύγουν και πάνω από την παραλία της Θεσσαλονίκης καίει και πάλι ο ήλιος του Ιούλη.

Πάνωθέ μας, στον τελευταίο όροφο της νεόκτιστης πολυκατοικίας, ανεμίζει νωχελικά η γερμανική σημαία και είναι σαν να ψιθυρίζει «περιμένετε τον Σεπτέμβριο, μετά τις εκλογές θα δούμε».