Για πρώτη φορά από το 2014 διαφαίνεται ότι οι διεθνείς αγορές αλλά και οι πολίτες αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις προοπτικές ανάπτυξης.
Ωστόσο η χώρα απέχει από το να βασίσει τη χρηματοδότηση της οικονομίας στην ικανότητά της να εκδίδει χρέος με ανταγωνιστικό, χαμηλό κόστος, ανεξάρτητα από την πρόοδο της εφαρμογής του 3ου προγράμματος, όπως αυτή πιστοποιείται μέσα από τις αξιολογήσεις των πιστωτών.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της ειδικής μελέτης της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Ερευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Eurobank με τίτλο «Το κόστος της αβεβαιότητας» που υπογράφει ο πρόεδρος της τράπεζας και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, Ν. Καραμούζης και ο Α. Κουλεϊμάνης, Group Strategy Eurobank Ergasias.
Οι συντάκτες της έκθεσης πέραν των διαπιστώσεων περιγράφουν το πλαίσιο της επόμενης ημέρας, ώστε να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία, τη διατηρήσιμη αναπτυξιακή πορεία που θα συμβάλει στην εξομάλυνση των μεγάλων προβλημάτων της ανεργίας, της φτώχειας, του υψηλού δημοσίου χρέους και των επισφαλών τραπεζικών δανείων που αντιμετωπίζει η χώρα μας.
Μετά από σχεδόν μια δεκαετία πρωτοφανούς σε διάρκεια και ένταση ύφεση, με βαρύτατο κοινωνικό και οικονομικό κόστος και οκτώ χρόνια εφαρμογής μνημονίων και προγραμμάτων προσαρμογής, η Ελλάδα, όπως σημειώνουν οι αναλυτές της Eurobank, παραμένει για σειρά ετών σε οικονομική στασιμότητα και σε καθεστώς μνημονίων, επιτροπείας και αβεβαιότητας.
Εχουμε τη δυνατότητα, αλλά και την ευκαιρία, αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης, να μετατρέψουμε τα επόμενα δέκα χρόνια για τη χώρα μας σε περίοδο ισχυρής οικονομικής ανάκαμψης, δημιουργώντας μια σύγχρονη, ανταγωνιστική, ανοικτή και παραγωγική οικονομία για τους πολλούς, με αποτελεσματική κοινωνική πολιτική και προστασία στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.
Βασική προϋπόθεση προς αυτή την κατεύθυνση είναι η πολιτική σταθερότητα, η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας, η εφαρμογή όσων έχουν συμφωνηθεί με τους εταίρους, αλλά και η εφαρμογή χωρίς καθυστερήσεις ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών με ευρύτερες συναινέσεις, αναφέρεται στην έκθεση.
Κρίσιμη και καθοριστική χαρακτηρίζεται η ανάγκη να διαμορφωθούν «ελκυστικές θεσμικές και οικονομικές συνθήκες για άσκηση παραγωγικής δραστηριότητας, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις καινοτόμες δράσεις, τις εξωστρεφείς δραστηριότητες και την προσέλκυση σημαντικών ξένων κεφαλαίων».
Η μελέτη απαντά -ή τουλάχιστον επιχειρεί- στο βασικό ερώτημα: Γιατί μετά τόσες θυσίες η Ελλάδα δεν κατάφερε να αντιστρέψει την κατάσταση όπως άλλες χώρες;
Η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι ο μόνος και ίσως όχι ο κύριος ερμηνευτικός παράγοντας του ακόμη χαμηλού βαθμού αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομικής πολιτικής και της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές εξόδου της χώρας.
«Η σημερινή κατάσταση, αλλά κυρίως η πορεία της χώρας στα χρόνια της κρίσης οφείλονται σε σειρά άλλων σημαντικών αλληλεπιδρώντων παραγόντων.
Οι εν λόγω παράγοντες τροφοδότησαν διαχρονικά τη χαμηλή αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, την αβεβαιότητα, την περιορισμένη εμπιστοσύνη των αγορών και, τέλος, την ευρύτερη διεθνή δυσπιστία όλων των εμπλεκομένων στην ελληνική υπόθεση.
Αυτοί οι παράγοντες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:
◼ την έντονη πολιτική αβεβαιότητα και τους κινδύνους,
◼ την ασυνέπεια και την έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων και των μεταρρυθμίσεων (ιδιοκτησία προγράμματος), το λάθος μείγμα πολιτικής που εφαρμόστηκε και την απουσία ενός ελληνικής ιδιοκτησίας, πειστικού εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση ευρύτατης πολιτικής και κοινωνικής αποδοχής.
Η Πορτογαλία
Η σύγκριση της Ελλάδας με την Πορτογαλία (χώρα περίπου αντίστοιχου μεγέθους) είναι εξαιρετικά προβληματική για τη χώρα μας, σημειώνεται στην έκθεση.
«Πράγματι, παρόλο που τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει υλοποιήσει πολύ μεγαλύτερη δημοσιονομική και μακροοικονομική προσαρμογή σε σχέση με την Πορτογαλία, η απόδοση του ελληνικού 10ετους κρατικού ομόλογου παραμένει περίπου 260 μονάδες βάσης υψηλότερα σε σχέση με τον αντίστοιχο πορτογαλικό τίτλο».
Η Πορτογαλία έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, ενώ εμείς όχι, το ασφάλιστρο κινδύνου (CDS) είναι σημαντικά υψηλότερο για την Ελλάδα σε σχέση με την Πορτογαλία, κατά 266 μονάδες βάσης περίπου, και η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας από τον S&P βρίσκεται 5 βαθμίδες χαμηλότερα σε σύγκριση με την Πορτογαλία.
Συγκρίνοντας τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων με την πιστοληπτική διαβάθμιση της κάθε χώρας και με πρόχειρους υπολογισμούς, με τα σημερινά δεδομένα, μία βαθμίδα πιστοληπτικής αξιολόγησης χαμηλότερη αντιστοιχεί περίπου σε 40 μ.β. υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Σήμερα, η Ελλάδα απέχει 6 βαθμίδες για να επιστρέψει σε «Investment Grade». Να σημειωθεί ότι η απόδοση του ελληνικού 10ετούς παραμένει και σήμερα σημαντικά υψηλότερη από τις αντίστοιχες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, παρά τη βελτίωση των συνθηκών και προσδοκιών που έχει σημειωθεί.
