Η Σαντάλ Μουφ, η γνωστή συγγραφέας, σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Palabras al Margen», τον Ιούλιο του 2016, επισήμανε ότι «ένα χαρακτηριστικό της μεταπολιτικής είναι η έλλειψη διαφοράς μεταξύ Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς.
Και οι δύο αποδέχονται την ιδέα που προωθήθηκε από τη Θάτσερ ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και συνεπώς το μόνο που έχει να κάνει η σοσιαλδημοκρατία είναι να διαχειριστεί τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία με έναν οριακά πιο αναδιανεμητικό και ανθρώπινο τρόπο. Αυτό προκάλεσε μια απώλεια ενδιαφέροντος για την πολιτική και μείωσε την εκλογική συμμετοχή – ένα σήμα κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας». Αυτό ακριβώς συνέβη.
Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, είτε μόνα τους είτε συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού με ρόλο ευνοημένου υφισταμένου, εφάρμοσαν πολιτικές λιτότητας, αφαίρεσαν δικαιώματα από την εργασία, κατάργησαν πλευρές του κοινωνικού κράτους (δικό τους δημιούργημα ήταν) και δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να εξημερώσουν τον κανιβαλικό καπιταλισμό.
Για την προγραμματική οκνηρία τους (για πολλούς αναλυτές πρόκειται για οριστική μετάλλαξη) πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Σχεδόν παντού υπέστησαν εκλογικές ήττες, ενώ οι πολίτες, απογοητευμένοι που δεν βρέθηκε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό υποκείμενο για να μετατρέψει τις απορίες τους και τον θυμό τους σε πειστική και ελκυστική πρόταση, επέλεξαν την αποχή.
Στην ίδια συνέντευξη, η Σαντάλ Μουφ υποστήριξε και κάτι που φαίνεται παράδοξο: «Ακόμα κι αν είναι πραγματικά παράλογο για έναν ριζοσπάστη να το λέει αυτό, αντιμέτωποι με τη νεοφιλελεύθερη προέλαση, σήμερα είμαστε χωρίς αμφιβολία υποχρεωμένοι να υπερασπιστούμε θεσμούς που βασίζονται στη σοσιαλδημοκρατία».
Το σκεπτικό της είναι ότι πρέπει να πάρουμε πίσω τη δημοκρατία ώστε στη συνέχεια να είμαστε σε θέση να τη ριζοσπαστικοποιήσουμε. Το ερώτημα είναι σε ποιες δυνάμεις πέφτει αυτό το καθήκον. Η κομμουνιστική Αριστερά, όπου επιβιώνει, είναι παντελώς ακίνδυνη. Η ριζοσπαστική Αριστερά περιορίζεται στον ακτιβισμό και στις από άμβωνος καταγγελίες.
Για τη σοσιαλδημοκρατία τα είπαμε. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. Ελπιδοφόρες. Για παράδειγμα: Στην Πορτογαλία, η συμμαχία σοσιαλιστών-ριζοσπαστών-κομμουνιστών που σχηματίστηκε, παρά τις αντιρρήσεις των βαρόνων του σοσιαλιστικού κόμματος και τη φανερή εχθρότητα του Βερολίνου, συνεχίζει την πορεία της, όχι χωρίς προβλήματα.
Στην Ισπανία, η πρόθεση του νέου γραμματέα των σοσιαλιστών, Σάντσεθ, να ανοίξει διάλογο με τους Podemos είναι μια θετική εξέλιξη. Αν καρποφορήσει η προσπάθεια, θα απαλλαγεί η χώρα από μια Δεξιά που αντί να είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου διαχειρίζεται την εξουσία.
Και βεβαίως έχουμε την περίπτωση Κόρμπιν. Εχασε τις εκλογές, όμως όλοι τον θεωρούν νικητή. Το σημαντικό είναι ότι επανέφερε στο προσκήνιο το κοινωνικό ζήτημα και κινητοποίησε τις νέες γενιές. Παραλλήλως, δεν αρκείται στην κριτική, αλλά καταθέτει ριζοσπαστικές προτάσεις. Πρόσφατα ζήτησε να εξαγοραστούν από το κράτος ή να κατασχεθούν πολυτελή ακατοίκητα ακίνητα στην περιοχή του Κένσιγκτον για να στεγαστούν οι πληγέντες από τη φονική πυρκαγιά.
Η πρόταση απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας από τη Μέι. Αυτό δα έλειπε, να επιτρέψουν οι Τόρηδες να βεβηλωθεί το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας, ακόμη κι όταν δεν ασκείται, και να αρχίσουν οι πληβείοι να αναρωτιούνται μήπως είναι σωστός ο περίφημος αφορισμός του Προυντόν ότι «η ιδιοκτησία είναι κλοπή».
Κάτι λοιπόν κινείται. Ας είμαστε αισιόδοξοι. Συγκρατημένα πάντως, γιατί έχουν δει πολλά και όχι ευχάριστα τα μάτια μας.
Ανάγωγα
Διάβασα τις ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις των στελεχών της Κεντροαριστεράς και του Κέντρου στο αφιέρωμα της «Εφ.Συν.». Η λέξη «νέο» κυριαρχεί: νέο κόμμα, νέα πρόσωπα, νέες ιδέες, νέος τίτλος, νέα σύμβολα κτλ. Για το παλιό, το πολύ παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο θέμα, αυτό που διακρίνει τη Δεξιά από την Αριστερά, το «κοινωνικό» ζήτημα, δεν είδα κάτι.
