Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περασμένες έντεκα πρέπει να ήτανε όταν τα συνάντησα στο χωριό, καθώς επέστρεφα απ’ τη νυχτερινή μου βόλτα. Ενα μπουλούκι πιτσιρίκια του Δημοτικού, θα ’τανε καμιά δεκαριά, κι είχανε μαζευτεί και συζητούσανε ζωηρά κάτω απ’ το φως του στύλου.

Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στον πειρασμό· επιβράδυνα το βήμα, να τα παραμονέψω, να δω τι κουβεντιάζουνε με τόσο ζήλο μέσα στη μαύρη νύχτα. «Πέντε πέντε θα τα φυλάς, να, έτσι: πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι… και στο εκατό θα σταματήσεις· αλλά θα μετράς αργά, να προλάβουμε να κρυφτούμε!», ορμηνεύανε τα μεγαλύτερα στον μπόμπιρα της παρέας. Αναρρίγησα· ετούτοι οι πιτσιρικάδες ετοιμάζονταν να παίξουν κρυφτό!

Νωρίτερα τ’ απόγεμα, κάτω στην παραλία, παρατηρούσα μια οικογένεια με δυο παιδάκια της ίδιας ηλικίας, να παίζουν ένα άλλο παιχνίδι με τον μπαμπά τους.

Καρφώνανε δυο κορύνες στην άμμο, τρέχανε πάνω-κάτω χαχανίζοντας κι έπειτα προσπαθούσαν να τις γκρεμίσουνε με δυο μπαλάκια. Ακόμα κι εγώ ο αδαής, αναγνώρισα πως προσπαθούσαν να αντιγράψουν κάποιο από τα «αγωνίσματα» του «Survivor».

Ας έχει και μια θετική επίδραση, εντέλει, η θηριωδία των ριάλιτι, σκέφτηκα βλέποντάς τα να τρέχουν, να γελάνε και να περνάνε καλά με τον πατέρα τους. Ομως αυτή εδώ η συμμορία του μεσάνυχτου στο χωριό, ήταν άλλο πράμα.

Δεν ήτανε μονάχα η νοσταλγία που μου προκάλεσε η ζωηρή ανάμνηση των παιδικάτων μου, σαν έπαιζα κι εγώ κρυφτό ολονυχτίς με άλλους χωριογύρηδες, μέχρι να μας αρπάξει κάποια εξοργισμένη γιαγιά που βγήκε να μας γυρέψει ανήσυχη από την περασμένη ώρα και να τελειώσει άδοξα το παιχνίδι.

Ηταν που αυτοί οι πιτσιρικάδες μπόρεσαν ν’ αρθούν πάνω απ’ τη μανιέρα της οθόνης· παρατήσανε προσώρας τα έξυπνα κινητά και τις ταμπλέτες, φυσήξανε τον κουρνιαχτό της παθητικότητας, σηκώθηκαν απ’ την καρέκλα και, περπατώντας το ανεξίτηλο μονοπάτι της ρίζας τους, βρήκαν τον τρόπο να επανασυστήσουν την κοινωνία των παιδιών, αδιαμεσολάβητα και δίχως πνιγηρό πλαίσιο.

Ξεκίνησε ο μπόμπιρας να τα φυλάει, σκορπίσανε οι άλλοι να κρυφτούνε τριγύρω, επιτάχυνα κι εγώ με βήμα πιο ανάλαφρο και αναπτερωμένη την ελπίδα· όχι απλώς δεν σβήστηκε ο δρόμος, μα είναι ορθάνοιχτος και μας περιμένει να τον βαδίσουμε. Αρκεί να φυσήξουμε τον κουρνιαχτό που μας τυφλώνει και δεν αναγνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.