Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

12 καλοκαιρινά διηγήματα

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Το «Ανοιχτό βιβλίο», για πέμπτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη ή ειρωνικά, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά -διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς τις αρχές Σεπτεμβρίου.

Μετά την Καρολίνα Μέρμηγκα, τον Δημήτρη Μαμαλούκα, τον Κοσμά Χαρπαντίδη, την Ούρσουλα Φωσκόλου, τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο, τον Νίκο Βουδούρη, την Αργυρώ Μαντόγλου και τον Κώστα Ακρίβο, το αφιέρωμα καλοκαιρινών ιστοριών συνεχίζει ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου.

Ο Χοντρός στεκόταν για ώρα στην άκρη της θάλασσας, περιμένοντας τα πόδια του να ζεσταθούν. Θα ήθελε να είχε ήδη βουτήξει, κρύβοντας το σώμα του κάτω από το νερό, αποφεύγοντας έτσι τα βλέμματα των λουόμενων, όμως κρύωνε ακόμα.

Βέβαια κανείς δεν ενδιαφερόταν για τον Χοντρό που ετοιμαζόταν να κολυμπήσει. Μια όμορφη κοπέλα είχε αγκαλιάσει έναν γυμνασμένο νεαρό, δύο κορίτσια έκαναν ηλιοθεραπεία, ένας άντρας φούσκωνε το σωσίβιο της κόρης του, ένας λιπόσαρκος γέρος ετοιμαζόταν να βουτήξει κι αυτός.

Ο ήλιος έδυε, αφήνοντας μια ζεστή πορτοκαλί ανταύγεια στην ακτή, κι έπεφτε στα σπίτια πίσω από τον παραλιακό δρόμο, και τη στιγμή που πλησίαζε τον ορίζοντα, ένα κορίτσι εμφανίστηκε δίπλα στον Χοντρό. Ηταν ένα αδύνατο κορίτσι, με σγουρά κόκκινα μαλλιά, που είχε γυρίσει και τον κοιτούσε. Ο Χοντρός είδε με την άκρη του ματιού το κορίτσι και ένιωσε σαν να μη φορούσε το μαγιό του, λες και το μαγιό είχε λιώσει κάτω από το βλέμμα του κοριτσιού.

Παρόλο που το κορίτσι δεν είχε στήθος, φορούσε το πάνω μέρος απ’ το μικροσκοπικό μπικίνι του, σφιχτά δεμένο στην πλάτη, δίχως ωστόσο να καλύπτει τίποτα. Είχε ένα πρόσωπο κάπως βλοσυρό για την ηλικία του και ο Χοντρός, που ήθελε επιτέλους να εξαφανιστεί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, δεν ήξερε τι να κάνει, γιατί φοβόταν πως αν βουτούσε, θα έβρεχε το κορίτσι.

Τώρα ο ήλιος έπεφτε πάνω στους λουόμενους και ήταν σαν να κατέβαινε πιο γρήγορα σήμερα, σαν να βιαζόταν να κατέβει για να δροσίσει το τεράστιο κεφάλι του στη θάλασσα.

Το μαλλιά του κοριτσιού είχαν κοκκινίσει κι άλλο. Παρά την απογευματινή ζέστη, δεν βουτούσε, ενώ συνέχιζε να κοιτάζει τον Χοντρό, δίχως όμως την ειρωνεία που υπήρχε στο βλέμμα των ανθρώπων όταν τον κοιτούσαν, γιατί είναι αλήθεια πως ο Χοντρός ήταν πολύ χοντρός: η κοιλιά του ήταν μεγάλη και το δέρμα του, που ζάρωνε στα πλευρά, έμοιαζε με δέρμα μεγαλόσωμου ζώου.

Εκείνη τη στιγμή ο γυμνασμένος νεαρός μπήκε στη θάλασσα τρέχοντας, βρέχοντας και τους δύο. Το κορίτσι γύρισε και χαμογέλασε στον Χοντρό και η άγουρη αυστηρότητα εξαφανίστηκε από το πρόσωπό του, τουλάχιστον για λίγο, και ο Χοντρός, μέσα στην αμηχανία του, δοκίμασε ένα χαμόγελο που όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Το βουνό απέναντι είχε αρχίσει να πρασινίζει μετά τη φωτιά του ’84 -ή μήπως ήταν το ’86; Το κορίτσι δεν είχε γεννηθεί, σκέφτηκε ο Χοντρός και θυμήθηκε την παιδική του ηλικία, τότε που ήταν απλά παχουλός, αν και οι φίλοι του δεν σταματούσανε να τον φωνάζουνε χοντρό. Ποτέ δεν γλιτώνεις από τους φίλους, σκέφτηκε ο Χοντρός.

Επιστρέφοντας στο διαμέρισμα που νοίκιαζε, ο Χοντρός έκανε ένα ντους και μετά κάθισε με την πετσέτα γύρω από τη μέση του, στη βεράντα. Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες ένα μικρό κομμάτι θάλασσα στραφτάλιζε ακόμη.

Μετά ήρθε η νύχτα. Τα φώτα στα σπίτια άναψαν και ο Χοντρός άκουσε τις πρώτες κουβέντες που έρχονταν σαν ψίθυροι από τα μπαλκόνια, ενώ πιο πέρα τ’ αυτοκίνητα τρέχανε στην παραλιακή προσπαθώντας να προλάβουν την αρχή της βραδιάς. Το βουνό είχε σκοτεινιάσει, δεν φαινόταν πια.

Μπήκε στο δωμάτιο, πέταξε την πετσέτα στο κρεβάτι, ντύθηκε και βγήκε έξω ξανά φορώντας τη βερμούδα του.

Η ζέστη ξαφνικά είχε ανέβει, λες και είχε πεταχτεί κι άλλη μέσα από το σκοτάδι, λες και είχε στραγγίξει το σκοτάδι, λες και ήταν έτοιμη να φτιάξει μια καυτή μαύρη γάζα και να την κολλήσει στη νύχτα.

Τότε, από τον δρόμο, ακούστηκαν φωνές κοριτσιών. Ο Χοντρός σηκώθηκε και στηρίχτηκε στο κάγκελο, κοιτάζοντας προς τα κάτω: το κορίτσι περπατούσε με δύο φίλες του, κρατώντας ένα φακό. Πηγαίνανε έξω από τον οικισμό, προς τα καλάμια, ακολουθώντας τις ράγες του τρένου.

Ο Χοντρός φόρεσε τις σαγιονάρες του, κατέβηκε τα σκαλιά και ώσπου να φτάσει στην είσοδο της πολυκατοικίας, είχε ήδη ιδρώσει. Τα κορίτσια βρίσκονταν μερικά μέτρα πιο πέρα. Ο φακός του κοριτσιού έγλειφε το σκοτάδι. Περπατούσαν ήρεμα, μιλώντας, το κορίτσι φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα, τα μαλλιά του είχαν μαυρίσει από τη νύχτα, είχαν γίνει ένα πηχτό κόκκινο τώρα.

Ο Χοντρός πατούσε στα χαλίκια, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, και μπροστά τα κορίτσια γελούσαν, έπειτα έλεγαν κάτι δυνατά και μετά μουρμούριζαν συνωμοτικά, καθώς ισορροπούσαν πάνω στις σκουριασμένες ράγες. Μόνο η λαχανιασμένη ανάσα του ακουγόταν, παρόλο που αγωνιούσε να την κρατήσει φυλακισμένη στον λαιμό του.

Και πράγματι κανένα κορίτσι δεν αντιλήφθηκε τον Χοντρό που είχε πλησιάσει. Ακόμη κι όταν ο Χοντρός πάτησε ένα κλαδάκι και το κλαδάκι έσπασε από την πίεση της σαγιονάρας, τα κορίτσια τον αγνόησαν.

Φτάνοντας στα καλάμια ένα κοπάδι τριζόνια ακούστηκε εκκωφαντικά και ήταν σαν ένα καθρέφτισμα των αστεριών στο έδαφος, λες και το επίμονο τραγούδι τους ζητούσε να ισοφαρίσει τη δυνατή λάμψη των αστεριών που βρίσκονταν ψηλά, στον μαύρο ουρανό.

Ο Κ. Χατζηνικολάου πρωτοεμφανίστηκε με το μυθιστόρημα «Ιάκωβος» (Αντίποδες, 2017).