Οι πρόσφατες πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη, οι οποίες προκάλεσαν την κριτική του Αμερικανού προέδρου Τραμπ σχετικά με τη αποτελεσματικότητα των βρετανικών αρχών ασφαλείας, κατέδειξαν ταυτοχρόνως το χάσμα που υφίσταται μεταξύ Λονδίνου και Ουάσινγκτον σ’ ό,τι αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Για αρκετές εβδομάδες πριν από το τελευταίο χτύπημα στο Λονδίνο, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συγκρούονταν για το κατά πόσο πρέπει να απαγορευτεί η μεταφορά και χρήση laptops από τους επιβάτες των αεροσκαφών.
Μάλιστα ο υπεύθυνος για την εσωτερική ασφάλεια των ΗΠΑ Τζον Κέλι είχε χαρακτηρίσει επανειλημμένως ως απειλή τους φορητούς υπολογιστές, με δεδομένο ότι πληροφορίες της αμερικανικής αντικατασκοπείας έφεραν τον ISIS και άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις να έχουν αναπτύξει τεχνολογία, η οποία επιτρέπει την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού χαμηλής ισχύος σε ένα υπολογιστή.
Για τον λόγο αυτό είχε μάλιστα ανακοινώσει ότι σκοπεύει να προχωρήσει στην απαγόρευσή τους σε ορισμένες πτήσεις από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ ή ακόμη και σε όλες τις διεθνείς πτήσεις από και προς την Αμερική.
«Πρόκειται για μια πραγματική απειλή εναντίον των αερομεταφορών» τόνιζε ο Κέλι σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News προσθέτοντας ότι αυτό που επιζητούν οι τρομοκράτες είναι η συντριβή ενός εν πτήσει αεροπλάνου, ειδικά αν ανήκει σε αμερικανική εταιρεία ή μεταφέρει πολίτες των ΗΠΑ.
Εχοντας ήδη απαγορεύσει τους φορητούς υπολογιστές και τις ταμπλέτες σε πολλές πτήσεις προερχόμενες από χώρες της Μέσης Ανατολής ο Κέλι προσπαθεί να ζυγίσει κατά πόσο πρέπει να επεκτείνει την απαγόρευση.
Μια ενέργεια στην οποία αντιτίθενται σφόδρα οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι για την ασφάλεια των πτήσεων, αποκαλύπτοντας την τεράστια διαφορά στάσης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ σε θέματα ασφαλείας.
Οπως μάλιστα τονίζει το περιοδικό τεχνολογίας Wired, ενώ οι Ευρωπαίοι εστιάζουν στο κόστος και το όφελος μιας τέτοιας ενέργειας, η Ουάσινγκτον προσανατολίζεται απλώς σε μια στάση μηδενικής ανοχής, ανεξαρτήτως κόστους, απέναντι σε απειλές τις οποίες οι Ευρωπαίοι χαρακτηρίζουν κοστοβόρες και αναποτελεσματικές.
Μάλιστα, λόγω της βιασύνης της να αποτρέψει τρομοκρατικές επιθέσεις, κυρίως εναντίον των αεροσκαφών, η διαστρεβλωμένη αμερικανική αντίληψη της έννοιας του κινδύνου τελικώς αφήνει τους πάντες περισσότερο φοβισμένους και καθόλου πιο ασφαλείς.
Οι Ευρωπαίοι αντιτείνουν ότι, καθώς οι ΗΠΑ προσανατολίζονται σε μια συνολική απαγόρευση των laptops, ζητώντας να αποθηκεύονται κατά εκατοντάδες στον χώρο αποσκευών στη διάρκεια της πτήσης, ελλοχεύει μια σειρά κινδύνων με βασικότερο τον κίνδυνο ανάφλεξης των μπαταριών τους, κάτι που θα είχε τα ίδια δραματικά αποτελέσματα με την έκρηξη μιας βόμβας στο αεροσκάφος.
Την ίδια ανησυχία εξέφρασε πέρυσι και η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας των ΗΠΑ μετά τα περιστατικά ανάφλεξης μπαταριών σε επιβατικές πτήσεις το 2016, καθώς και σε μεταφορικά αεροσκάφη, η οποία συνοψίζεται ως εξής:
Είναι ανόητη η «ανταλλαγή» του κινδύνου έκρηξης μιας βόμβας που έχει τοποθετηθεί σε ένα laptop με αυτόν της ανάφλεξης μιας μπαταρίας που βρίσκεται στον αποθηκευτικό χώρο του αεροσκάφους! Πόσο μάλλον όταν ο δεύτερος κίνδυνος είναι γνωστός και έχει γίνει πραγματικότητα συγκριτικά με έναν εν δυνάμει προβλεπόμενο.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση αντιμετωπίζει το όλο ζήτημα πιο συνολικά, υποστηρίζοντας ότι ναι μεν το ρίσκο έκρηξης μιας βόμβας τοποθετημένης σε φορητό υπολογιστή είναι υπαρκτό, αντιτείνει ωστόσο πως εξίσου υπαρκτό είναι και το ενδεχόμενο να αναφλεγεί μια μπαταρία στον χώρο των αποσκευών.
Και δεν είναι μόνο αυτό, καθώς οι Ευρωπαίοι διερωτώνται εάν η απειλή έκρηξης ενός φορητού υπολογιστή είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την αύξηση του κόστους, του τουρισμού και της παγκόσμιας συνδεσιμότητας, το οποίο θα προκαλέσει στις εταιρείες απώλειες δισεκατομμυρίων δολαρίων!
Κατά πόσο λοιπόν δικαιολογείται κάτι τέτοιο στο όνομα της δρακόντειας ασφάλειας και του διαρκώς αυξανόμενου κλίματος φόβου διερωτώνται οι επιστημονικοί συντάκτες του περιοδικού τεχνολογίας Wired.
Η Ουάσινγκτον από την πλευρά της αντιτείνει ότι μια συντριβή αεροσκάφους θα κοστίζει εκατομμύρια δολάρια στην εταιρεία, αλλά η Ε.Ε. απαντά ότι ναι μεν η αποτροπή μιας βομβιστικής επίθεσης σε αεροπλάνο αποτελεί την προτεραιότητα κάθε κράτους, αλλά διερωτάται σε ποιο βαθμό πρέπει να διαταραχθούν οι παγκόσμιες αερομεταφορές προκειμένου να αντιμετωπίσουν πιθανές απειλές.
Επ’ αυτού οι αρμόδιοι για την ασφάλεια των 27 κρατών-μελών εκτιμούν ότι η έκρηξη ενός παγιδευμένου laptop δεν αποτελεί απτή απειλή και ότι οι απαγορεύσεις θα έχουν υψηλότατο κόστος.
Στο αντίποδα η αμερικανική κυβέρνηση και δη αυτή του Ντόναλντ Τραμπ πιστεύει ότι οποιαδήποτε απτή απειλή συνιστά λόγο επιβολής μιας σειράς απαγορεύσεων.
Σύμβουλος σε θέματα ασφαλείας είχε δηλώσει παλιότερα ότι η απόλυτη ασφάλεια υφίσταται μόνο στον τάφο και στις φυλακές υψίστης ασφαλείας και ότι και τα δυο είναι μέρη στα οποία κανείς δεν θέλει να βρεθεί!
Γι’ αυτό και η απαγόρευση των φορητών υπολογιστών στα αεροσκάφη δεν αλλάζει τα παγκόσμια δεδομένα στην ασφάλεια των πτήσεων, αλλά αποτελεί απλώς μια ριζικά διαφορετική θέση αποδεικνύοντας ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει βρει την ισορροπία, η οποία θα της επέτρεπε μια συνολικότερη κατανόηση του «ισοζυγίου» απειλών – κόστους.
Και ακριβώς αυτή η έλλειψη δεν θα καταστήσει ασφαλέστερες τις πτήσεις, ακόμη κι αν απαγορευτούν τα laptops…
