Η κεντρική πλατεία του νησιού, γύρω της καφενεία, γαλακτοπωλεία, σουβλατζίδικα και μπαράκια. Αργά το απόγευμα είναι γεμάτη παιδιά που παίζουν κυνηγητό και κρυφτό, υπό τα βλέμματα των γονιών που πίνουν καφέ.
Πέντε από αυτά, δύο κορίτσια και τρία αγόρια, παίζουν ποδόσφαιρο σε μια άκρη της, χρησιμοποιώντας για τέρμα τον χώρο ανάμεσα σε δύο παγκάκια. Η μπάλα τους, αρκετά βαριά, δεν μοιάζει με μπάλα ποδοσφαίρου, κυλάει ανάμεσα στα πόδια τους και τρέχει με ταχύτητα μετά από κάθε σουτ.
Με την εφημερίδα που μόλις αγόρασα μετά το μπάνιο και ένα χωνάκι παγωτό καϊμάκι με βύσσινο, κάθομαι στο παγκάκι και παρακολουθώ τον ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι ομάδες είναι ανισομερείς: τρία αγόρια εναντίον δύο κοριτσιών. Βρίσκονται, βλέπεις, στην ηλικία που το φύλο κρίνει τις παρέες και τις συμμαχίες.
Ενα δυνατό σουτ και βλέπω την μπάλα να φτάνει με ταχύτητα στα πόδια μου. Σηκώνομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ και τη σταματάω – επίσης όπως μπορώ: το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε ποτέ το φόρτε μου.
«Θα παίξεις μαζί μας;» με ρωτάει ένα κοριτσάκι. «Είμαστε δύο και είναι τρεις».
Θέλω να παίξω μαζί τους. Δέχομαι, αλλά τους εξηγώ ότι σε λίγο θα πρέπει να φύγω.
Συστηνόμαστε, ακουμπάω την εφημερίδα στο παγκάκι και αρχίζουμε το παιχνίδι.
Τρέχω φυσικά πίσω τους να τα προλάβω. Ούτε στο αυτοσχέδιο γήπεδο των πέντε επί πέντε μέτρων δεν μπορώ να φτάσω την ταχύτητά τους.
Τα παιδάκια είναι πιο γρήγορα, πιο ευέλικτα, ζεσταίνομαι κυνηγώντας τα και ο ιδρώτας αναμεμειγμένος με το αλάτι από τη θάλασσα τρέχει στο μέτωπο και την πλάτη μου. Ισα που προλαβαίνω να ακουμπήσω καμιά φορά την μπάλα.
Διαρκώς γλιστρά μακριά από τα πόδια μου, ώσπου: Γκόοοοολ!!!
Η κοριτσίστικη ομάδα μας χάνει 1-0… Στενοχωριέμαι κάπως και μου φαίνεται.
«Δεν πειράζει», μου λένε οι νέες φίλες μου. «Μετά θα βάλουμε εμείς γκολ».
Λίγα ακόμα λεπτά παιχνίδι και ύστερα με φωνάζουν. Πρέπει να φύγω, η παρέα μου με περιμένει. Ωρα για φαγητό, για ποτό, για ό,τι κάνουμε εμείς οι μεγάλοι.
Χαιρετώ τους φίλους μου και φεύγω. Την εφημερίδα μου δεν την παίρνω μαζί, την ξεχνάω στο παγκάκι.
Οταν τη θυμάμαι βρίσκομαι ήδη στο εστιατόριο, μερικά χιλιόμετρα μακριά. Δεν πειράζει, κάποιος άλλος θα τη βρει και θα τη διαβάσει.
Την άλλη μέρα το πρωί δυο παιδάκια με χαιρετούν στη Χώρα με το μικρό μου όνομα. Είναι οι χθεσινοβραδινοί φίλοι μου, οι συμπαίκτες μου στον αγώνα.
«Σας κερδίσαμε 3-1», λέει το αγόρι.
«Ναι, αλλά εγώ έβαλα το γκολ των κοριτσιών», συμπληρώνει η αδελφή του.
Με χαιρετούν οι γονείς τους – πάνω-κάτω στην ίδια ηλικία με μένα.
«Τι κάνετε; Πώς είστε; Καλημέρα».
«Καλά, ευχαριστώ. Κάνουμε μια βόλτα και μετά θα πάμε για μπάνιο».
«Καλό μπάνιο. Γεια σας».
«Γεια σας».
Τα παιδάκια με χαιρετούν κουνώντας τα χέρια κι εγώ αυτόν τον χαιρετισμό τον κρατάω σαν φυλακτό. Υστερα κάνω μια βόλτα στα στενά.
Με προσπερνά μια μαυροφορεμένη ηλικιωμένη γυναίκα: μαύρο παντελόνι, μαύρο μπλουζάκι, ψάθινο καπέλο μαύρο με μια λευκή κορδέλα δεμένη φιόγκο στο πλάι.
Καθώς με προσπερνά βαδίζοντας αργά, φορτωμένη τα ψώνια της, διαπιστώνω το πιο όμορφο πράγμα πάνω της. Το σιδερότυπο στο μακό της γράφει με λευκά κεφαλαία γράμματα: Joy Division.
Αναρωτιέμαι αν όντως γνωρίζει το συγκρότημα και πού να βρήκε αυτή την μπλούζα. Της την έδωσε ένας γιος ή ένας εγγονός; Την αγόρασε μόνη της; Δεν θα μπορούσα να τη ρωτήσω, ούτως ή άλλως.
Ωρες μετά, κάτω από τον ήλιο και έπειτα από δυο βουτιές στη θάλασσα, τη φαντάζομαι σε μια συναυλία να χορεύει μαζί με άλλους φαν του συγκροτήματος και να λικνίζεται στις νότες της μουσικής τους. Πολύ μου αρέσει αυτή η «ακραία» εικόνα.
Είναι, φαντάζομαι, κάτι σαν τη δική μου, να παίζω ποδόσφαιρο παρέα με επτάχρονα κι εννιάχρονα παιδάκια. Πολύ ωραία, πράγματι.
