Με αδιόρατη λύπη γρατζουνάνε τις κιθάρες τους οι τέσσερις νεαροί και ηρεμεί το τοπίο και οι ψυχές όσων παρευρίσκονται· η παρέα θυμάται πάντα τη ρήση του Νίτσε: «Τι θα ήταν η ζωή χωρίς τη μουσική; Μια πλάνη»… -και μάλλον δεν πλανεύτηκε…
Κάπου κάπου πετάγεται ένας από την ομήγυρη και παρακαλεί να παίξουν το τραγούδι της αρεσκείας του. Γλυκιά ατμόσφαιρα. Οι νεαροί μουσικοί «υπακούουν» μετά χαράς. Ερχεται και η δική μου σειρά. Διστάζω. Τι να επιθυμώ τάχα τέτοιες στιγμές;
Πιέζομαι να κάνω την «παραγγελιά» μου. Θα ήθελα να ακούσω το «Ουλαλούμ» -ποτέ δεν ξεχνώ (με συγκίνηση) τη σπαρακτική φωνή του Νικόλα Ασιμου, που μελοποίησε τους ανατρεπτικά λυρικούς στίχους του «αιρετικού» Γιάννη Σκαρίμπα. Οι τρεις νεαροί «δαγκώνονται» -προφανώς το αγνοούν.
Και να, ο τέταρτος σφίγγει γερά την κιθάρα στα χέρια του και με ανείπωτη τρυφερότητα θωπεύει τις χορδές της.
Και να: «Ηταν σαν να σε πρόσμενα Κερά/ απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,/ κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά/ κι από τα δάσα. Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,/ αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι/ και θα μυρίζει ήλιο και βροχή/ και νειό φεγγάρι…/ Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,/ στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,/ και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ/ χρυσή κουβέντα:/…Πως -να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»/ που μ’ έλεγεν τρελόν πως είχες γίνει/ καπνός και -τάχας- σύγνεφα θαμπά προς τη Σελήνη…/ Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·/ κίνησα να σε βρω στο δρόμο -ωιμένα-/ μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή/ κι εσύ με μένα./ Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,/ που άκουγα διπλά τα βήματά μου!/ Πάταγα γω -στραβός- μες’ στα νερά;/ Κι εσύ κοντά μου».
Δεν το πιστεύω. Ο νεαρός γνωρίζει όλους τους στίχους -και να, ναι, τραγουδά μ’ όλο του το κορμί, με κλειστά τα μάτια…
Εγραφε έναν αιώνα πριν, σε ομότιτλο ποίημά του ο Εντγκαρ Αλαν Πόε, μιλώντας στην ψυχή του, που φοβόταν τη χλομάδα του φωτεινού άστρου της νύχτας: «Κοιμάσαι βαθιά:/ Στο τρεμάμενο ας πάμε το φως του!/ Στο μυστήριο το φως, που ομορφιά/ μα κι ελπίδα σκορπίζει τη νύχτα -δες, πώς τρέμει το φως του στη νύχτα!».
Υπέροχα και τα δύο ποιήματα -ο αιώνας είναι μια στιγμή στην ποίηση, ο χρόνος είναι άθυρμα στην έμπνευση των ποιητών· ευτυχώς να λέμε. Διαβάζω (Εντγκαρ Αλαν Πόε: Ποιήματα -Τα Ανάλεκτα, προλεγόμενα -μετάφραση Γιώργος Βαρθαλίτης, εκδόσεις Gutenberg) ότι «η λέξη Ουλαλούμ (Ulalume) φαίνεται να συνδυάζει τις λατινικές για το “ολολύζω”, “οδύρομαι” (ulalure) και για τη “λάμψη” το φως (lumen)» -πειστική η ερμηνεία.
Και οι δύο ποιητές κινούνται σε μια λεπτεπίλεπτη υποβλητική ατμόσφαιρα· σαν να προσπαθούν να ενώσουν τις ψυχές τους με το Σύμπαν, με το φως του(ς). Σιγή -άφωνη όλη η παρέα· ευτυχώς.
