Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μικρό πέτρινο κτίσμα στέκει όμορφα πάνω στο τοπίο, σαν να υπήρχε εκεί από πάντα. Κάποιες στιγμές ξεγελιέσαι και νομίζεις πως δεν είναι χέρια ανθρώπων αυτά που πελέκησαν και άρμοσαν τη μία πέτρα πάνω στην άλλη, αλλά της φύσης δημιούργημα.

Σαν τοπίο και κτίσμα να ’ναι δυο αξεχώριστα μεταξύ τους στοιχεία μιας ενιαίας και συνολικής οντότητας.

Θαρρείς πως το κτίσμα είναι άχρονο έτσι όπως ξεπροβάλλει αγέρωχο ανάμεσα στα βράχια που βρίσκονται δίπλα του, ότι αποτελεί μέρος τους, συμπλήρωμά τους.

Εδώ ο χρόνος μοιάζει πως έπαψε να κυλάει. Πως πάγωσε ξαφνικά μέσα στην ομορφιά του κυκλαδίτικου τοπίου.

Το πιο μακρινό παρελθόν γίνεται αναπάντεχα παρόν, λες και μαρμάρωσε μια για πάντα πάνω στη μορφή του αρχετυπικού κτίσματος.

Σαν να μην μπορείς να καθορίσεις την ηλικία του, την περίοδο που χτίστηκε πάνω στην πλαγιά που κατηφορίζει μέχρι κάτω στη θάλασσα.

Και τριγύρω ξερολιθιές πανάρχαιες να τρέχουν παράλληλα η μία στην άλλη, δίνοντας το μέτρο του τόπου.

Ομοιες με ρυτίδες πάνω σε ηλιοκαμένο πρόσωπο, που απέμειναν εκεί για να μας θυμίζουν πως κάποτε καλλιεργούνταν ο άγονος αυτός τόπος, σε κάθε του σημείο, σε κάθε σπιθαμή γης.

Κι άλλες, η μια δίπλα στην άλλη, ν’ ανεβοκατεβαίνουν σαν δυο φίδια που ελίσσονται στην πλαγιά, ορίζοντας το καλντερίμι, ανάμεσα στις αγροτικές εκτάσεις.

Στρέφεις το βλέμμα σου ξανά στον απέριττο κυβιστικό όγκο. Στη βορεινή του πλευρά ακουμπά πάνω στον βράχο αποτελώντας συνέχειά του, σε μια προσπάθεια να προστατευτεί από τους ανελέητους βοριάδες που σφυροκοπούν το κυκλαδίτικο νησί.

Οπως όταν ψάχνουμε να βρούμε ένα βραχάκι ή έναν τοίχο να ακουμπήσουμε και να ξαποστάσουμε σε μια απανεμιά ή μια δροσερή σκιά το κατακαλόκαιρο.

Ο μάστορας που το έχτισε, γέννημα-θρέμμα του τόπου, ήξερε καλά από τι έπρεπε να προστατέψει τους εσωτερικούς του χώρους, γνώριζε ότι τα λιγοστά παράθυρα όφειλε να τα ανοίξει στον νοτιά, ενώ οι πόρτες του να καλύπτονται μ’ ένα στεγάδι από το νερό της βροχής.

Μεγάλες σχιστόπλακες από το πέτρωμα που αφθονεί στο νησί, ελάχιστα πελεκημένες, ακουμπισμένες με γνώση η μία πάνω στην άλλη, ορθώνουν τον κατακόρυφο τοίχο.

Παρατηρείς το μέγεθος των ογκόλιθων και αναρωτιέσαι για τον μόχθο των ανθρώπων που το έχτισαν.

Την τιτάνια προσπάθεια που κατέβαλαν, να αψηφήσουν τη δύναμη της βαρύτητας, να σηκώσουν και να εναποθέσουν το βαρύ υλικό ψηλά.

Να πλέξουν τη μία με την άλλη με προσοχή, να βάλουν τις μικρότερες σφήνες ανάμεσα στα κενά, να δέσει σταθερά και με ασφάλεια ο ένας γωνιόλιθος με τον άλλο.

Συνειδητοποιείς εκείνη την ώρα πως ο ιδρώτας του χτίστη στην προσπάθειά του να υποτάξει το υλικό του αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της αρχιτεκτονικής. Ισως την πιο σημαντική.

Γιατί και έτσι πρέπει να κρίνουμε την αρχιτεκτονική. Με το μέτρο του ανθρώπινου μόχθου!

Κι αυτό τις περισσότερες φορές το ξεχνάμε ή το θεωρούμε δευτερεύον, ανάξιο λόγου.

Ομως πάνω σε κάθε κτίσμα, όπου γης, βρίσκεται συσσωρευμένη η ενέργεια της χειρωνακτικής εργασίας του μάστορα.

Είναι η πολύτιμη εκείνη ενέργεια που απαιτήθηκε προκειμένου να ορθωθεί το κτίσμα στον χώρο και στον χρόνο.

Αφήνεις τον εξωτερικό χώρο με τους πέτρινους πάγκους, το χτιστό τραπέζι στην αυλή με την κληματαριά και διαβαίνεις το κατώφλι του σπιτιού.

Αμέσως νιώθεις στο σώμα σου την αλλαγή θερμοκρασίας. Οι παχείς τοίχοι σε συνδυασμό με τα μικρά ανοίγματα προσφέρουν δροσιά στον εσωτερικό χώρο σε σχέση με τη ζεστή καλοκαιρινή μέρα, ενώ αντίθετα τον χειμώνα εξασφαλίζουν ένα ζεστό φιλικό περιβάλλον.

Αυτή την αρχέγονη σχέση με τη φύση την έχουμε απολέσει δυστυχώς για τα καλά στην εποχή μας.

Ζούμε μακριά της, αποκομμένοι από το φυσικό περιβάλλον, εγκλωβισμένοι στους περίκλειστους τοίχους των μεγαλουπόλεων.

Την ίδια στιγμή έχουμε ξεχάσει τους βασικούς προαιώνιους κανόνες της αρχιτεκτονικής που γνώριζαν τόσο καλά οι μάστορες στο παρελθόν.

Πως δεν μπορείς, δηλαδή, να κτίσεις σωστά σ’ έναν τόπο αν δεν λάβεις πολύ σοβαρά υπόψη σου τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες, τα χαρακτηριστικά της περιοχής, την οικονομία σε υλικά αλλά και σε ανθρώπινο κόπο.

Και μοιάζει αυτή η άγνοια, αλλά και η αρχιτεκτονική «κομπορρημοσύνη» μας, να μας οδηγεί σε λύσεις ξένες μ’ αυτό που ζητάει ο κάθε τόπος.

Η ευκολία των σύγχρονων μηχανικών μέσων μάς έχει κάνει να έχουμε χάσει το μέτρο του ανθρώπινου μόχθου, τόσο χρήσιμου άλλες εποχές.

Γιατί αυτό ίσως να λειτουργούσε ως ασφαλιστική δικλίδα απέναντι στις δυνατότητες που είχε ο άνθρωπος να χτίζει και να ζει στο εκάστοτε φυσικό περιβάλλον του. Ομόρροπα και όχι αντίρροπα μ’ αυτό.

Η άκριτη και αστόχαστη ασφάλεια που νιώθουμε από τις επαναστατικές τεχνολογικές δυνατότητες και επιτεύξεις ίσως να αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μας.

* Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ