Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΚΟΑ ΚΑΙ DOCUMENTA 14 – «Συμφωνία από τον τρίτο κόσμο» 

Την πρώτη παγκόσμια παρουσίαση της «Συμφωνίας από τον τρίτο κόσμο» του Γουατεμαλανού συνθέτη Χοακίν Ορεγιάνα Μεχία πρόσφερε η ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής σε συμπαραγωγή με τη γερμανική Documenta 14 (28/7/2017).

Ηταν μια ακόμη καλλιτεχνική δράση με απερίφραστα διατυπωμένο πολιτικό πρόσημο, προγραμματισμένη για την Αθήνα από τον Πολωνό γενικό επιμελητή της διεθνούς διοργάνωσης, Ανταμ Σίμτσικ.

Στη συναυλία συμμετείχαν η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων σε διδασκαλία Σταύρου Μπερή, η Χορωδία της ΕΡΤ σε διδασκαλία Δημήτρη Κτιστάκη, η Χορωδία «Μικροί μουσικοί» του Ωδείου Αθηνών σε διδασκαλία Χριστίνας Μιχαλάκη, η Ορχήστρα πρωτότυπων κρουστών «Útiles sonoros» σε διδασκαλία Δημήτρη Δεσύλλα και επταμελής ομάδα μουσικών παραδοσιακής μαρίμπας από τη Γουατεμάλα.

Διηύθυνε ο Γουατεμαλανός αρχιμουσικός Χούλιο Σέζαρ Σάντος Κάμπος.

Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε από την παρουσίαση ήταν έκδηλα άνισες μεν, αλλά πολλαπλά ενδιαφέρουσες και κυρίως συγκινητικές. 

Συγκινητικός Μεχία 

Η «Συμφωνία από τον τρίτο κόσμο» του 80χρονου Μεχία -συνεπώς και η παρουσίασή της στην Αθήνα από την Documenta 14- είχε έντονα και πρωτίστως πολιτική διάσταση.

Στη σύντομη εισαγωγική της παρουσίαση, όπου συμμετείχε και ο 47χρονος Σίμτσικ, ο ίδιος ο συνθέτης το τόνισε επανειλημμένα, περιγράφοντας σύντομα, περιεκτικά και με σαφήνεια το στίγμα της μουσικής του και τη σχέση της με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Γουατεμάλας ειδικά και της Λατινικής Αμερικής γενικότερα.

Η «Συμφωνία» του μιλά για τα πάθη του φτωχού, βασανισμένου λαού και τη μακρόχρονη καταπίεσή του από την οικονομικο-πολιτική άρχουσα τάξη, καθώς επίσης για τις ελπίδες και τους αγώνες του.

Εχοντας πει αυτά, ο Μεχία ολοκλήρωσε λακωνικά λέγοντας:

«Ενα έργο τέχνης μιλά μόνο του με τα δικά του μέσα, δεν κάνουμε διαλέξεις γι’ αυτό. Ακούστε λοιπόν τη μουσική μου».

Κεντρική θέση στην ενορχήστρωση αλλά και στο ποίημα που εκφώνησε ο ίδιος στον μέσον της μουσικής είχαν οι μαρίμπες ως εργαλεία αντιπροσωπευτικής μουσικής έκφρασης της πολύπαθης γουατεμαλανής λαϊκής τάξης.

Ακριβώς όπως η Ελισάβετ της Αγγλίας και αργότερα, ο Κρόμγουελ απαγόρευσαν και κατέστρεψαν τις ιρλανδικές άρπες ως υπέρτατα, ενεργά σύμβολα της εθνικής ιδιοπροσωπίας των Ιρλανδών, έτσι και μέλη της άρχουσα τάξη της Γουατεμάλας είχαν εκφράσει την πρόθεση να απαγορεύσουν και να εξαφανίσουν από τη χώρα τις μαρίμπες! 

Αυθεντικές φωνές 

Η ακρόαση της «Συμφωνίας από τον τρίτο κόσμο» αποκάλυψε ένα έργο με σύνθετο -πολυώροφο θα λέγαμε- ηχητικό τοπίο: συμφωνική ορχήστρα, τεράστιο πλήθος από ίδιας κατασκευής κρουστά όργανα, τρεις χορωδίες, που κατά περίπτωση τραγουδούσαν, απάγγελλαν, μιλούσαν, ψιθύριζαν ή φώναζαν, και δύο μαρίμπες.

Κάθε υποσύνολο είχε χωριστό αφηγηματικό ρόλο και διαφορετική μουσική γλώσσα, παλινδρομώντας μεταξύ ετεροχρονισμένης εθνικοσχολικής λογικής με ρομαντική γραφή, φολκλορικών ακουσμάτων, ιστορικού μοντερνισμού και μεταμοντέρνου κολάζ.

Ολα αυτά μαζί ετίθεντο παρατακτικά σε διάλογο συνθέτοντας ένα θέατρο μουσικών και λόγου που, για όσους ήσαν σε θέση να συλλάβουν τα μουσικά και εξωμουσικά συμφραζόμενα, λειτουργούσε ευανάγνωστα ως πολιτική κατάθεση/μαρτυρία˙ ας πούμε αντίστοιχα προς το θεοδωρακικό «Αξιον εστί».

Δυστυχώς, παρ’ ότι η «Συμφωνία» ήταν βασικά χορωδιακή και με πολύ αδόμενο ή/και απαγγελλόμενο κείμενο, αυτή παρουσιάστηκε δίχως υπέρτιτλους με αποτέλεσμα να αδυνατούμε να συλλάβουμε πλείστα όσα, προφανώς κρίσιμα συμφραζόμενα της μουσικής, γεγονός που υπονόμευσε σοβαρά την κατανόηση.

Προς το τέλος του έργου ο ίδιος ο Μεχία, συνοδευόμενος από την ορχήστρα, απήγγειλε το ποίημά του «Η μαρίμπα του ξεριζωμού».

Η ταυτόχρονα σουρεαλιστική και συμβολική γραφή, η ραγισμένη φωνή του 80χρονου Μεχία που θύμιζε Αλεν Γκίνσμπεργκ, η ειλικρίνεια και το πάθος της εκφοράς υπήρξαν άκρως συγκινητικά. 

Η εκτέλεση στην κατάμεστη αίθουσα ήταν μέτρια, κυρίως λόγω της ιδιαίτερα σύνθετης σύστασης του έργου, της ατελούς προετοιμασίας των χορωδιών και του ατελούς δεσίματός τους με το ορχηστρικό σώμα.

Μια πιο καλά επεξεργασμένη και αιχμηρή εκτέλεση ασφαλώς θα προσέδιδε μεγαλύτερη αιχμηρότητα και πιο έντονη θεατρικότητα στο αποτέλεσμα.

Τελικά εκείνο που μέτρησε ήταν η συναίσθηση των αγνών προσθέσεων και το βάρος της μνημειακής παρουσίας του ίδιου του συνθέτη ως ζωντανής, θερμής, πολιτικής μαρτυρίας.