Αναστασία Ζήση*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ραγδαία όξυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, κατά την τελευταία δεκαετία, ως κύρια συνέπεια της αποδόμησης των συλλογικών σχέσεων εργασίας και της κατάρρευσης των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας και προστασίας, προκάλεσε ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία ανθρώπων που ανήκουν οικονομικά σε μη προνομιούχες ομάδες του πληθυσμού, όπως χειρώνακτες, εργάτες, αυτο-απασχολούμενοι, πωλητές, άνεργοι.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και του Ιδρύματος G. Gulbenkian (2014)1, οι κοινωνικές ανισότητες αυξάνουν, σε στατιστικά σημαντικό βαθμό, τη διακινδύνευση εμφάνισης κοινών ψυχικών διαταραχών, όπως αγχώδη νεύρωση, κατάθλιψη, και αρνητικές ιδέες σχετικά με την αξία της ζωής στα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα του πληθυσμού.

Η ίδια έκθεση επικαιροποιεί ευρήματα μιας μεγάλης παράδοσης κοινωνικών ερευνών που δείχνουν ότι αυτή η διακινδύνευση ισχύει όχι μόνο γιατί οι ασθενέστερες κοινωνικο-οικονομικά ομάδες είναι εκτεθειμένες σε απροσδόκητα και αρνητικά γεγονότα ζωής πιο συχνά και με μεγαλύτερη ένταση, αλλά και γιατί βιώνουν μακροχρόνιους περιορισμούς στους όρους της ύπαρξής τους, όπως διαχρονική υλική επισφάλεια, χαμηλή πρόσβαση σε πόρους και υπηρεσίες, προβληματική στέγαση και ανθυγιεινή διαβίωση ως προς τις συνήθειες της καθημερινότητας (π.χ. διατροφή) και τον περιβάλλοντα χώρο.

Αυτή η μαζική δυσχέρεια, που αποτελεί και τη βασική πηγή της ψυχικής τους καταπόνησης, δεν βρίσκει εναλλακτικά αντισταθμίσματα, όπως δίκτυα στήριξης προσωπικής, διατομικής, κοινοτικής και ευρύτερα κοινωνικής.

Αυτή η ένδεια υλικών, κοινωνικών και συμβολικών πόρων μεταβιβάζεται, σύμφωνα με σχετικές μελέτες, διαγενεακά καθώς γνωρίζουμε ότι αρνητικές εμπειρίες οικονομικής επισφάλειας κατά την παιδική ηλικία μετακυλούν σε μετέπειτα στάδια του κύκλου ζωής που συχνά εκδηλώνονται ως αδυναμία ένταξης στην εργασιακή και την κοινωνική ζωή.

Οι επίμονες κυκλικές και μαζικές διασυνδέσεις συνθηκών ζωής και αντικειμενικής πρόσβασης σε πόρους εγκλωβίζουν ανθρώπους, νοικοκυριά και ομάδες κοινωνικές σε μια δύσκολη και στερημένη κοινωνική πραγματικότητα.

Το έργο ΑΡΙΣΤΕΙΑ InMeD με τίτλο: «Ανισότητες και ψυχική καταπόνηση – Κοινωνικές συνθήκες, δρώντες και ιδεολογίες επαγγελματιών στη σύγχρονη Ελλάδα», με κύρια ερευνήτρια την αν. καθηγήτρια Αναστασία Ζήση, μελέτησε την ψυχική καταπόνηση στον γενικό πληθυσμό και τη σύνδεσή της με την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όπως και τις θεραπευτικές διαδρομές των ανθρώπων που έχουν διαγνωσθεί με χρόνιες και σοβαρές ψυχικές διαταραχές και έχουν λάβει κατά καιρούς ψυχιατρικές υπηρεσίες, όπως νοσηλείες ή/και ψυχοφάρμακα.

Τα ευρήματα της μελέτης έδειξαν ότι ως προς τις θεραπευτικές διαδρομές των ψυχικά πασχόντων, συνεχίζει η κλασική ψυχιατρική πρακτική να είναι η κυρίαρχη, δηλαδή νοσηλείες στο ψυχιατρείο, οι οποίες συχνά είναι επαναλαμβανόμενες και μετά από εισαγγελική παρέμβαση, όπως και η χορήγηση των φαρμάκων.

Για κοινωνικές ομάδες που βιώνουν το στίγμα της ψυχικής ασθένειας πολύ ισχυρά λόγω των κοινωνικών και των πολιτισμικών τους αναπαραστάσεων, η ζωή και η καθημερινότητά τους είναι ακόμη πιο δύσκολη και οδυνηρή γιατί τυραννιούνται από τον φόβο της κοινωνικής απόρριψης, και τη συνεπαγόμενη κοινωνική απομόνωση, και καθυστερούν την έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας με αρνητικές συνέπειες.

Οι μεταβολές που προκλήθηκαν από την ψυχιατρική μεταρρύθμιση κατά τη δεκαετία του ’90, όπως η τομεακή και δικτυακή ανάπτυξη υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε επίπεδο κοινότητας και η μερική άμβλυνση των λαϊκών πεποιθήσεων για τη φύση της ψυχικής ασθένειας δημιούργησαν ένα κλίμα εποχής και μια αύρα που ευνόησε την αναζήτηση εναλλακτικών προσεγγίσεων στην κατανόηση και την αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου.

Αυτές οι προσπάθειες, ωστόσο, αποτελούν μεμονωμένες νησίδες, χαμηλής εμβέλειας. Ο άνθρωποι στην έρευνα του InMeD, που αναζήτησαν εναλλακτικές διαδρομές στην κατανόηση των ακραίων και ασυνήθιστων ψυχικών τους εμπειριών είχαν την ευκαιρία να τις εντάξουν σε πλαίσια που απομακρύνονται και αμφισβητούν το κυρίαρχο βιοϊατρικό μοντέλο, υιοθετούν μια πιο ανοιχτή στάση σε σχέση με αυτές τις εμπειρίες και τις συνδέουν με πραγματικές εμπειρίες και ιστορίες της προσωπικής τους διαδρομής.

Στη μελέτη συμμετείχε και η Ευγενία Γεωργάκα, αν. καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας ΑΠΘ.

1. World Health Organization & F. G. Gulbenkian (2014). Social Determinants of Mental Health. Geneva: WHO.

* αν. καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Παν/μιο Αιγαίου