Παρακολούθησα μια ιταλική «κωμωδία» σε έναν από τους εναπομείναντες καλοκαιρινούς κινηματογράφους των προαστίων. Δεν θα κάνω κριτική κινηματογράφου. Θα επικεντρωθώ σε δύο σημεία της ταινίας: στην τεχνολογία της επικοινωνίας και στην αντίληψη ή την πραγματικότητα του ιδιωτικού. Στην ταινία, μια συντροφιά φίλων βρίσκεται στο σπίτι ενός από την ομάδα.
Μια έμπνευση της στιγμής κάνει την οικοδέσποινα να ζητήσει από όλους να αφήσουν τα κινητά τους τηλέφωνα στο τραπέζι ανοιχτά και σε όποια κλήση να απαντούν με ανοιχτή ακρόαση. Κάποιοι αντιστέκονται αλλά στο τέλος όλοι ενδίδουν. Εδώ αρχίζει η «κωμωδία» των ατυχών συμπτώσεων και οι αποκαλύψεις της ιδιωτικής ζωής του καθενός που κρατιέται μυστικό από τον/τη σύντροφό του/της και από τους υπόλοιπους.
Ο ΜακΛούαν όρισε το τηλέφωνο ως «ψυχρό μέσο», δηλαδή που δεν μεταφέρει μεγάλο αριθμό πληροφοριών. Τα κινητά τηλέφωνα όμως μεταφέρουν όχι μόνο ήχο αλλά εικόνα, κινηματογράφο και κείμενο. Είναι τηλέφωνα, τηλεοράσεις και βιβλία.
Στην πραγματικότητα είναι εφημερίδες που δεν περιμένουν τον χρόνο εκτύπωσης ή διόρθωσης του κειμένου. Εχουμε να διαπραγματευτούμε με ένα μέσο που η τεχνολογία έχει εξοπλίσει με έναν συνδυασμό άλλων μέσων ψυχρών και θερμών μαζί. Αυτός ο συνδυασμός ήταν εξωπραγματικός για τη δεκαετία του ’60 στην οποία έγραφε ο ΜακΛούαν.
Τι συμβαίνει στην οθόνη του σινεμά δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Το ενδιαφέρον έχει μετατεθεί στην οθόνη του κινητού και στην αλληλεπίδρασή του με τον οιονεί ιδιοκτήτη του. Αυτό που κάνει το ζήτημα όχι δραματικό αλλά φρικιαστικό είναι η αδυναμία μας να αντισταθούμε στην πρόκληση του συνδυασμού που μας έχει ήδη δώσει η τεχνολογία και των επιπλέον τα οποία μας ετοιμάζει.
Το κείμενο, η εικόνα και η ομιλία από μακριά συνδυάστηκαν σε ένα εργαλείο το οποίο δουλεύει, δηλαδή παράγει. Ο πραγματισμός παραδέχεται πως ό,τι δουλεύει, είναι αληθινό. Ο,τι λοιπόν μας μεταφέρει το κινητό και ό,τι προβάλλουμε εμείς μέσω αυτού φαίνεται μια αμετάκλητη αλήθεια. Αλλά για ποιον:
Ποια ακριβώς δουλειά κάνει η σημερινή τεχνολογία της «επικοινωνίας»; Μας ενημερώνει, ενημερώνει τους άλλους για μας, καταγράφει τι θέλουν οι άλλοι, τι θέλουμε εμείς και πού συμπίπτουν ή πού αποκλίνουν οι επιθυμίες μας που έχουν ήδη γίνει με τη δημοσιοποίησή τους κοινές ανάγκες. Πώς όλα αυτά έχουν σχέση με αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε και αισθανόμαστε ως ιδιωτικό;
Αυτός ο «εσωτερικός χώρος», ως αίσθηση του μοναδικού που εκπέμπει και αποδέχεται μηνύματα από τον εξωτερικό χώρο και τα διατηρεί αποκλειστικά δικά μας, τώρα έχει διαρραγεί. Η πληροφορία με την ταχύτητα του φωτός μεταδίδεται και αναμεταδίδεται πέρα από το ιδιωτικό στο δημόσιο. Και τα δύο καθίστανται ταυτόσημα. Δεν θα τα ονομάσω ισοδύναμα γιατί το ιδιωτικό ενέχει ακόμα στοιχεία μυστικότητας, απρόβλεπτης αλλαγής χροιάς και γεύσης, μια και είναι αναπόσπαστο στοιχείο της συνειδητότητάς μας.
Από την άλλη πλευρά οι αλληλογραφίες, οι βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, οι μύθοι και η αγορά ως γενική έκφραση του δημόσιου δεν παραβιάζουν με κάποιους τρόπους το ιδιωτικό; Δεν είναι αλήθεια πως το ιδιωτικό θέλει να προβληθεί, να γίνει αποδεκτό, να βγει στο φως ως δημόσιο, να συλλειτουργήσει με αυτό;
Ο,τι βρίσκεται στον εσωτερικό χώρο δεν θέλει σε όλες τις περιπτώσεις να παραμείνει σε αυτή τη θέση. Η εσωτερική ενόραση, ορμέμφυτο, θέληση, πάθος, προσπαθεί με κάθε τρόπο να πραγματωθεί στον εξωτερικό χώρο. Ολα αυτά να γίνουν οι αιτίες πράξεων και αντιδράσεων σε προκλήσεις και διαθέσεις του περιβάλλοντος, φυσικού και ανθρώπινου.
Αυτό το οποίο όμως τώρα προβάλλεται από τα πολυμέσα είναι ένα σύνολο από φόβους και πάθη το οποίο άναρχα συμπλέκεται με ό,τι εκπορεύεται από ατομικά ή συλλογικά δαιμόνια τα οποία επί χιλιετίες προσπαθούσαμε είτε με τον μύθο είτε με το θρησκευτικό βίωμα είτε με τον νόμο της πόλης να κρατήσουμε στο πλαίσιο μιας δημόσιας έλλογα δομημένης έκφρασης είτε μέσω της πολιτικής σκέψης και πράξης ή/και της τέχνης.
Η αρχαία Υβρις έπρεπε στον δημόσιο χώρο να εξαλειφθεί: «Υβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν» διακηρύσσει ο Ηράκλειτος.
Αλλά εκείνη η Υβρις ως ξεπέρασμα των ορίων του θεϊκού ή φυσικού νόμου δεν συνάδει με τη σημερινή έννοια της Υβρεως, δηλαδή αυτήν που εκφράζεται ως επίθεση κατά της οντολογίας του ανθρώπου, πέρα από τον Κόσμο ως στολίδι, ως ολότητα, ως πολιτική τάξη, δηλαδή την αρχή της εξανθρωπισμένης συμβίωσής μας. Μια Υβρις η οποία είναι ένα δαιμόνιο που καταβροχθίζει όποιον την εκφέρει.
Αυτές τις μέρες, ατενίζοντας το πέλαγος και ακούγοντας τον άνεμο δίπλα σε ένα ξωκλήσι της Παναγίας το ιδιωτικό βίωμα της ομορφιάς και αγιότητας του ανθρώπου παίρνει μερικές ανάσες. Ας συγκεντρωθούμε στο εσωτερικό του ναΐσκου και της ψυχής μας σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουμε την εθελοδουλεία μας προς τους άλλους ή προς το κράτος.
Κυρίως ας ξεπεράσουμε την άρνησή μας να απελευθερώσουμε τα δαιμονικά στοιχεία μας ως έλλογα, εξανθρωπισμένα μέρη της πόλης και του έθους της και όχι ό,τι κάνουμε όταν σηκώνουμε ένα εργαλείο επικοινωνίας το οποίο εκφράζει τη σύγχρονη Υβριν.
* συγγραφέας
