Την άνευ όρων παράδοση της προσφυγικής πολιτικής της Ελλάδας στη γερμανική ατζέντα αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μουζάλας, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το χτεσινό δημοσίευμα της «Εφ.Συν.».
Η εφημερίδα μας αποκάλυπτε επιστολή του υπουργού στον Γερμανό ομόλογό του σχετικά με τη γερμανοελληνική συμφωνία για πλαφόν στον μηνιαίο αριθμό προσφύγων που μετακινούνται στη Γερμανία για οικογενειακή επανένωση, συμφωνία που μέχρι χτες διέψευδαν οι δύο χώρες.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους έξω από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όπου κατέθεσε φάκελο με τις καταγγελίες διεθνούς ΜΚΟ εναντίον μελών της για σεξουαλική παρενόχληση προσφύγων και οικονομική διαφθορά, ο κ. Μουζάλας επιβεβαίωσε πλήρως το ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» και υιοθέτησε το πιο σκληρό δόγμα Realpolitik, δικαιώνοντας το δημοσίευμα που έθετε ζήτημα αξιοπιστίας, σεβασμού του διεθνούς δικαίου και πλήρους ευθυγράμμισης με την πολιτική της Γερμανίας.
«Επιλογή μας δεν είναι να καταγγέλλουμε, αλλά να βρίσκουμε λύσεις, να προχωρούμε μέσα από τον διάλογο και τη διπλωματία. Κάνουμε ένα βήμα μπρος, ένα πίσω, διαπραγματευόμαστε, προχωράμε σε συμβιβασμούς, φτιάχνουμε συμφωνίες. Είναι δύσκολο στην πράξη, αν θέλουμε να υπάρχει μια συνέχεια στη διαχείριση του προσφυγικού», υπογράμμισε ο κ. Μουζάλας.
Πολιτική επιλογή
Στην ίδια πολιτική επιλογή αποδίδουν πηγές του υπουργείου την ενέργεια του υπουργού να διαψεύσει στις 11 Μαΐου την αποκάλυψη της «Εφ.Συν.» για την ύπαρξη της γερμανοελληνικής συμφωνίας, παρ’ όλο που αναγνώριζε στην επιστολή του την ύπαρξή της, όπως την αναγνώρισε και χτες.
Ο κ. Μουζάλας υιοθέτησε πλήρως την επικοινωνιακή γραμμή της Γερμανίας προκειμένου να μη μιλήσει ανοιχτά για την ύπαρξη πλαφόν, καταφεύγοντας σε αοριστολογίες χωρίς τεκμηρίωση, υπεκφυγές και συμψηφισμούς, προκειμένου να δικαιολογήσει μια πολιτική που καταστρατηγεί τον κανονισμό του Δουβλίνου, έρχεται σε αντίθεση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και αναγκάζει περισσότερους από 2.000 πρόσφυγες να παρατείνουν τον εγκλωβισμό τους στην Ελλάδα, χωριστά από τις οικογένειές τους, σε συνθήκες εφιαλτικής αβεβαιότητας.
«Σεβόμαστε την αδυναμία της Γερμανίας στην παρούσα φάση να δεχτεί περισσότερους ανθρώπους. Εμείς, ως Ελλάδα, μπορούμε να καταλάβουμε κάποιο τεχνικό πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπίζει, επιθυμούμε όμως η διαδικασία μετεγκατάστασης και οικογενειακής επανένωσης να προχωρήσει», σημείωσε.
Και υπογράμμισε ότι δεν ευσταθεί πως η Γερμανία μειώνει τις μετακινήσεις, καθώς από την αρχή του έτους έχει δεχτεί 2.299 πρόσφυγες για μετεγκατάσταση και 1.084 για οικογενειακή επανένωση.
Πρόκειται ασφαλώς για αναγνώριση του δικαιώματος της Γερμανίας να θέτει αυθαίρετα πλαφόν στις μετακινήσεις προσφύγων, περιφρονώντας το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Στο πλαίσιο αυτό, φαντάζει μάλλον αφελής ο ισχυρισμός του κ. Μουζάλα ότι σκοπός της επιστολής του ήταν να πιέσει τη Γερμανία να τηρήσει τις προθεσμίες και να δώσει τη δυνατότητα παράτασης στους πρόσφυγες που μένουν προς το παρόν έξω απ’ το πλαφόν.
Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που ευθυγραμμίζεται η Ελλάδα με τις γερμανικές επιταγές. Η στάση αυτή αφήνει έκθετη την Ελλάδα σε σοβαρές νομικές κυρώσεις ενώπιον των διεθνών οργάνων δικαίου, στο μέτρο που επιμένουν να τηρούν το δημοκρατικό κεκτημένο και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το κυριότερο, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για το κράτος δικαίου και τη λειτουργία της δημοκρατίας, στον βαθμό που η γερμανική πολιτική δανείζεται ρητορική και πρακτικές από την πιο ξενοφοβική Ακροδεξιά, μπροστά στη διαφαινόμενη άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων στις προσεχείς γερμανικές εκλογές.
