Η πορεία της κυβέρνησης του Πάολο Τζεντιλόνι είναι κάθε άλλο παρά απρόσκοπτη. Εκεί που σχεδόν όλοι οι αναλυτές συμφωνούσαν στη διαπίστωση ότι οι εκλογές θα γίνουν με την κανονική λήξη της νομοθετικής περιόδου, τον Φεβρουάριο του 2018, ο Ματέο Ρέντσι φρόντισε να ταράξει για τα καλά τα νερά.
Ο πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας και πρώην πρωθυπουργός της χώρας είναι βέβαιος, πλέον, ότι θα κερδίσει την εσωτερική αναμέτρηση του Δημοκρατικού Κόμματος και θα επανεκλεγεί γραμματέας, στο ανοιχτό συνέδριο που θα διεξαχθεί στο τέλος του μήνα.
Κατά συνέπεια ανεβάζει τους τόνους και εμμένει στο πάγιο αίτημά του, πρόωρες βουλευτικές εκλογές, πιέζοντας συνεχώς την κυβέρνηση να μην υποχωρήσει στις απαιτήσεις των Βρυξελλών και να μην κάνει τις περικοπές που πρέπει να αντιστοιχούν στο 0,2% του ΑΕΠ, όπως έχει ζητήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Οι βουλευτές που ανήκουν στη σφαίρα επιρροής του Ρέντσι εξέφρασαν την αντίθεσή τους ακόμη και στην αύξηση των φόρων στα καπνικά προϊόντα και στα καύσιμα, που είναι, συνήθως, ένας από τους πιο «μαλακούς τρόπους» για να ενισχυθούν τα κρατικά ταμεία.
Το εμπόδιο αυτό ίσως μπορέσει εν μέρει να ξεπεραστεί, χάρη στη βοήθεια που αναμένεται να φτάσει από ευνοϊκή ρύθμιση των οφειλών προς το Δημόσιο. Σύμφωνα με τους τελευταίους υπολογισμούς, χάρη στο μέτρο αυτό, αναμένεται να καταλήξουν στο υπουργείο Οικονομικών της Ρώμης μέχρι και επτά δισ. ευρώ.
Ο Ματέο Ρέντσι, όμως, επιμένει: θέλησε να μετατρέψει ένα φαινομενικά σχεδόν ασήμαντο γεγονός σε casus belli που θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε κυβερνητική κρίση. Πρόκειται για την αποτυχία του κεντροαριστερού Τζόρτζιο Παλιάρι να εκλεγεί πρόεδρος της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων της Βουλής.
Με τέσσερις ψήφους διαφορά και χάρη και στη μυστική ψηφοφορία εξελέγη ο κεντρώος Σαλβατόρε Τορίζι, του κόμματος Λαϊκή Εναλλακτική, με επικεφαλής των υπουργό Εξωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο.
Ο Τορίζι υπερίσχυσε, πράγματι, χάρη στις ψήφους της αντιπολίτευσης. Δηλαδή της Λέγκα, της Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι και των Πέντε Αστέρων του Γκρίλο. Κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ταπεινωτικό για την Κεντροαριστερά.
Από την άλλη, όμως, πρόκειται πάντα για πολιτικό που ανήκει σε κόμμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Προς τι, λοιπόν, η άκρως οργισμένη αντίδραση του Ρέντσι και των συνεργατών του, οι οποίοι κάνουν λόγο για ανέντιμη και αναξιοπρεπή πράξη;
Η εξήγηση συνδέεται με τις άμεσες πολιτικές εξελίξεις. Διότι από την επιτροπή αυτή της Γερουσίας θα περάσει ο όποιος νέος εκλογικός νόμος, βάσει του οποίου θα ανανεωθεί το Κοινοβούλιο.
Και ο πρώην, όσο και μελλοντικός ηγέτης των Δημοκρατικών, θέλει να καθορίσει τόσο το περιεχόμενο του νόμου, όσο και την –όσο γίνεται πιο σύντομη– ημερομηνία προσφυγής στις κάλπες.
