Πάντοτε είχα έναν μικρό φθόνο για όσους είναι σταθεροί υποστηρικτές κάποιου κόμματος. Γι’ αυτούς που δεν θα το πολυσκεφτούν μπροστά στην κάλπη, όταν και όποτε έρθει η ώρα της, παρά θα προσέλθουν βέβαιοι για την ψήφο τους και θ’ αποχωρήσουν δίχως κανέναν ενδοιασμό για την απόφασή τους.
Δεν αναφέρομαι σε όσους ψηφίζουν προσδοκώντας προσωπικά οφέλη μέσω της προσκόλλησής τους σε μια κομματική δομή ή ως παρατρεχάμενοι κάποιου πολιτικού· γι’ αυτούς έτρεφα πάντοτε πληθώρα αρνητικών συναισθημάτων, σίγουρα όμως όχι φθόνο. Ούτε σε αυτούς που ψηφίζουν ασυνείδητα, δίχως να έχουν καμιά διάθεση να αναλάβουν την ευθύνη της επιλογής τους.
Πέραν των συμφεροντολόγων, των παρασιτικών και των ανεύθυνων, συνήθως δυο λογιών άνθρωποι έχουν οριστικά λυμένο το θέμα της ψήφου. Κατά πρώτον, αυτοί που πιστεύουν –ενίοτε με θρησκευτικότητα- σε μια πολιτική ιδεολογία, εκφρασμένη από κάποιον κομματικό σχηματισμό.
Σπάνια θα το σκεφτούν να αναθεωρήσουν, είτε λόγω της στέρεας πολιτικής τους πεποίθησης ή επειδή δεν θέλουν να επιφορτιστούν με μια έγνοια ακόμα. Κατά δεύτερον, όσοι έχουν επενδύσει πολιτικά στο επίπεδο και τις αξίες κάποιου πολιτικού προσώπου, εμφορούμενοι συνήθως από μεσσιανικές αντιλήψεις. Πιστεύουν πως η εκλογή του αρκεί από μόνη της για να ωφεληθεί ο τόπος, δίχως να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το κομματικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός πολιτεύεται.
«Τι θα ψηφίσουμε, ρε Λευτέρη; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» με αιφνιδίασε φίλος τις προάλλες, καθώς συναπαντηθήκαμε τυχαία στον δρόμο. Ανησύχησα μήπως επίκειται άμεσα κάποια εκλογική αναμέτρηση για την οποία δεν ενημερώθηκα.
Το ευθύ της ερώτησης δεν με ξάφνιασε καθόλου· ήμουν πάντα της άποψης πως οι πολιτικές μας επιλογές και αποφάσεις πρέπει να τίθενται σε συζήτηση και να έχουμε το θάρρος της γνώμης μας, αλλά και της αναθεώρησής της. Στα κρυφά, άλλωστε, συνηθίζουν να πράττουν οι ιδιοτελείς κι οι ευθυνόφοβοι, που παραδοσιακά αποτελούν παράγοντες κοινωνικής οπισθοδρόμησης.
Στοχάστηκα πως αν ανήκα σε κάποια από τις κατηγορίες ψηφοφόρων που έχουν εσαεί λυμένο το ζήτημα της ψήφου, θα είχα να του δώσω μια απάντηση με αυτοπεποίθηση αντί να σαστίζω ανήμπορος στην άκρη του πεζοδρομίου. Παρηγορήθηκα, ωστόσο, στη διαπίστωση πως κι αυτός βρισκόταν πολιτικά μετέωρος, σε διαρκή αναζήτηση και αγωνία. Ψέλλισα, μονάχα, πως «όταν γίνουν οι εκλογές, θα ξέρουμε κι οι δύο».
«Και θα βγούμε από την κάλπη μ’ ένα σφίξιμο στο στομάχι, ως συνήθως», συμπλήρωσε ο νους μου, αλλά δεν το εκστόμισα ποτέ.
