Οι αιματηρές θυσίες των ελληνικών νοικοκυριών το 2016 «έχτισαν» ένα τερατώδες πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό, το οποίο όπως ανακοίνωσε χθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) ανήλθε στο 3,9% του ΑΕΠ ή στα 6,937 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα το οποίο είναι οχτώ φορές πάνω από τον στόχο του Μνημονίου, ο πήχης του οποίου είχε τοποθετηθεί στο 0,5% του ΑΕΠ ή στα 900 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το παραπάνω μέγεθος έχει υπολογιστεί βάσει του ευρωπαϊκού προτύπου «ESA 2010», τον κανόνα μέτρησης που ακολουθεί η Eurostat και όχι αυτόν που εφαρμόζουν οι δανειστές με βάση το πρόγραμμα προσαρμογής.
Οι διαφορές δεν είναι μεγάλες αλλά ακόμη και με αυτήν τη μέτρηση το πλεόνασμα του 2016 παραμένει πολλαπλάσιο του μνημονιακού στόχου.
Το θέμα είναι ότι ένα μέγεθος όπως αυτό, το οποίο είναι απότοκο της μεγάλης υπερφορολόγησης που υπέστησαν τον προηγούμενο χρόνο επιχειρήσεις, φορολογούμενοι και εκατομμύρια καταναλωτές με την κατακόρυφη αύξηση του ΦΠΑ και των υπόλοιπων έμμεσων φόρων, δικαιωματικά οδηγεί όλες αυτές τις επαγγελματικές τάξεις στην απαίτηση για την επιστροφή μεγαλύτερου κοινωνικού μερίσματος.
Μέρος αυτού του πλεονάσματος έχει ήδη δοθεί με τις παροχές 667 εκατ. ευρώ που διένειμε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε συνταξιούχους (13η σύνταξη) και νησιά (αναστολή αύξησης του ΦΠΑ) τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, ενώ υπήρξε αίτημα από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο για ένα δεύτερο κοινωνικό «πακέτο».
«Φρένο» για… παραδειγματισμό
Ωστόσο υπήρξε αρνητική απάντηση από τους θεσμούς προς παραδειγματισμό της Αθήνας για την κίνηση με τις παροχές στην οποία προέβη χωρίς προηγουμένως να έχει λάβει το «πράσινο φως» από τους επιτρόπους της.
Ας σημειωθεί ότι κανονικά η ελληνική πλευρά έχει τη δυνατότητα για νέο μέρισμα σε χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, αφού το τελευταίο επικαιροποιημένο Μνημόνιο ενσωματώνει πρόβλεψη για διάθεση ενός ποσού ώς το 30% από το υπερβάλλον πλεόνασμα (6 δισ. x 30% = 1,8 δισ.)
Με δεδομένο ότι η κυβέρνηση έχει διαθέσει μόλις 667 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο, υπολείπονται ακόμη 1,1333 δισ. ευρώ προς επιστροφή στις κοινωνικές ομάδες.
Ομως σε αυτή τη φάση που βρίσκεται η δεύτερη αξιολόγηση δεν μπορεί να το κάνει.
Από την άλλη όμως τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, που θα ανακοινωθούν τη Δευτέρα, ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση του Ευκλείδη Τσακαλώτου, ο οποίος χθες είχε συνάντηση με την επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και μετά με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Εκτός από το υψηλό πλεόνασμα, δεύτερος «άσος» του Ελληνα υπουργού σε αυτές τις συναντήσεις, που θα αξιοποιηθεί ανάλογα, είναι οι αστοχίες του ΔΝΤ στις προβλέψεις του για το ελληνικό πρόγραμμα.
Εσχάτως το Ταμείο αναθεώρησε τις προβλέψεις του για το πλεόνασμα του 2016 στις οποίες είχε πέσει παταγωδώς έξω.
Από μόλις 0,1% (!), που ήταν η εκτίμηση τον περασμένο Οκτώβριο, αναθεώρησε σε 3,3%. Ωστόσο, αν και εκτιμά ότι για το 2017 τα πράγματα θα κυλήσουν ομαλά, υποστηρίζει ότι από το 2018 και τουλάχιστον έως το 2022 οι στόχοι δεν θα επιτευχθούν.
Κεντρικό στοιχείο της ελληνικής αποστολής για συνολική συμφωνία είναι να περιλαμβάνει μέτρα και αντίμετρα, συμβιβαστική λύση για πρωτογενή πλεονάσματα και μεσοπρόθεσμο πακέτο για το χρέος, με στόχο να σταλεί μήνυμα στις αγορές και τους επενδυτές αφού προηγουμένως η χώρα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Σε ό,τι αφορά το χρέος, το οποίο σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ στο τέλος του 2016 διαμορφώθηκε στα 314,9 δισ. ευρώ (179% επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος), οι συζητήσεις στο θέμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων μεταξύ ΔΝΤ, Βερολίνου και ESM είναι προχωρημένες.
Στόχος να υπάρξει έκθεση βιωσιμότητας του χρέους από το Ταμείο, τουλάχιστον σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν ποσά που δεν έχουν αξιοποιηθεί από το τελευταίο δάνειο που είχε δοθεί στη χώρα (π.χ. χρήματα που «περίσσεψαν» από την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών), ενώ επιμέρους λύση είναι η χρήση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που έχουν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες (8 δισ.).
Αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως «εγγύηση» στο ΔΝΤ.
Επί τάπητος τίθεται και η επιμήκυνση σχεδόν κατά μία δεκαετία, μετά την ισχύουσα διάρκεια του πιο μακροπρόθεσμου κομματιού του χρέους (δηλαδή να πάει στο 2070).
Το ΔΝΤ ζητά να υπάρξει ένας σαφής «οδικός χάρτης» για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, με το Βερολίνο αντιθέτως να επιθυμεί ένα πιο γενικόλογο πλαίσιο.
Δ. Τζανακόπουλος: «Αδικαιολόγητες και υπερβολικές οι όποιες επιφυλάξεις του ΔΝΤ»
«Δεν έχουμε σκοπό ούτε διάθεση να πανηγυρίσουμε», δήλωσε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος για το πολύ υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016. «Γνωρίζουμε καλά ότι ο ελληνικός λαός έχει υποστεί πολλά κατά τη διάρκεια της κρίσης», συμπλήρωσε και σημείωσε πως αποδεικνύεται ότι «οι όποιες επιφυλάξεις του ΔΝΤ ήταν αδικαιολόγητες και υπερβολικές».
«Οι στόχοι για το 2017 και το 2018 είναι πλέον βέβαιο πως θα πιαστούν», συνέχισε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος και υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι τα θετικά μέτρα θα εφαρμοστούν».
Κάλεσε τη Ν.Δ. να απαντήσει εάν θα ψηφίσει τα θετικά μέτρα και επισήμανε πως στόχος τώρα της κυβέρνησης είναι «να επιτύχει η μεγάλη προσπάθεια για την έξοδο από το πρόγραμμα και την επιτροπεία, πράγμα που για πρώτη φορά είναι όχι απλά ορατό, αλλά επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα αποτελέσματα».
