Το πρόβλημα ήταν γνωστό από τον καιρό που ξεκίνησε η ελληνική κρίση.
Για να είμαστε απολύτως ακριβείς, πολύ πριν αυτή εμφανιστεί. Η συσσώρευση χρέους είχε επισημανθεί ως πρόβλημα από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 αλλά συνέχιζε να καλπάζει, με αποτέλεσμα ο Ανδρέας Παπανδρέου να προβεί στη δραματική δήλωση σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 1993: «Είτε το έθνος θα εξαφανίσει την υπερχρέωση της χώρας, είτε η υπερχρέωση θα αφανίσει το έθνος».
Είναι βέβαιο ότι ξέραμε τι έρχεται. Ηξεραν σίγουρα αυτοί που κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι που ξέσπασε η κρίση, η οποία μπορεί να μην αφάνισε το έθνος, αλλά σίγουρα το έπνιξε στην αγκαλιά της επιτροπείας με τη δυσθεώρητη ανεργία και την εξαντλητική λιτότητα των μνημονίων.
Για ό,τι συνέβη στην Ελλάδα μέχρι αυτή να μπει στη σκοτεινή σήραγγα της κρίσης ασφαλώς δεν φταίει η σημερινή κυβέρνηση.
Για τη «λύση», επίσης, που υιοθετήθηκε, δηλαδή τα μνημόνια και την επιτροπεία, επίσης δεν υπάρχει δική της ευθύνη.
Ανέλαβε, όμως, ευθύνη από τη στιγμή που υπέγραψε και εφαρμόζει το τρίτο μνημόνιο και επέλεξε να μην αποσυρθεί το καλοκαίρι του 2015, αφήνοντας τις τύχες της χώρας στους πραγματικούς υπεύθυνους της κρίσης – τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.
Τώρα, πια, έχουμε φτάσει σε οριακό σημείο. Η χώρα πρέπει να βγει από την κρίση, καθώς δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι όπως πάει τα τελευταία εφτά χρόνια.
Προϋπόθεση για την έξοδο είναι η διευθέτηση του χρέους, η οποία όμως δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με συμφωνία με τους δανειστές και κυρίως με όρους τους οποίους θα αποδεχτεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις τα πάντα κρίνονται στην εαρινή σύνοδο του Ταμείου που θα γίνει από τις 21 έως τις 23 Απριλίου.
Εφόσον όλα εξελιχθούν ομαλά και υιοθετηθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, η δεύτερη αξιολόγηση θα έχει ουσιαστικά κλείσει και θα αρχίσει να φαίνεται κάποιο φως.
Οτιδήποτε διαφορετικό θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα, με τις θυσίες του ελληνικού λαού να αποδεικνύονται μάταιες.
Ηρθε η ώρα οι δανειστές να ξεκαθαρίσουν αν θέλουν να ορθοποδήσει η χώρα μας.
