Γ. Ν. Περαντωνάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είκοσι ένα κείμενα, μερικά απ’ όσα γράφτηκαν σε περίπου είκοσι έτη. Δοκίμια για τη λογοτεχνία, μια συνέντευξη για την κριτική, βιβλιοκρισίες για έργα αναφοράς, έργα δηλαδή που ερμηνεύουν τη λογοτεχνία και τους λειτουργούς της, απόψεις περί συγγραφέων και της πρόσληψής τους.

Κείμενα που καλύπτουν τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 93χρονου πλέον κριτικού και διανοούμενου της Αριστεράς, που δεν παύει να σκέφτεται, να αναστοχάζεται και να κρίνει βιβλία, συγγραφείς και τάσεις.

Από την εποχή του 1955, όταν ο κριτικός της «Επιθεώρησης Τέχνης» έγραφε ότι ο Ν. Κάσδαγλης μαζί με τους Ρ. Προβελέγγιο και Θ. Φραγκόπουλο [και Αλ. Κοτζιά] «ανήκει στην ίδια μαύρη λογοτεχνία τη στρατευμένη στην υπηρεσία των αντιπροοδευτικών δυνάμεων», μέχρι σήμερα, ο Δ. Ραυτόπουλος εξελίχθηκε και αφομοίωσε τις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας.

Ετσι, παρόλο που από τότε ξεχώρισε -μαζί με το υπόλοιπο επιτελείο του περιοδικού- για την ανεξάρτητη φωνή του, όταν αμβλύνθηκαν οι διαφορές Αριστεράς και Δεξιάς και έπαψε να δεσπόζει το εμφυλιοπολεμικό δίπολο, συνέχισε πιο γενναία την πορεία απεξάρτησης από τη δογματική, στρατευμένη, κομματική μαρξιστική κριτική προς μια κριτική που δεν έπαψε να κινείται σ’ αυτήν την ιδεολογία, χωρίς όμως μονομέρειες και πνεύμα αδιαλλαξίας.

Το τελευταίο λοιπόν βιβλίο του μετακινεί το πόδι του κριτικού από τη λογοτεχνία στην κριτική, εξού και ο τίτλος, και εστιάζει στην υφή και τη λειτουργία της, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει και διαθλά τα λογοτεχνικά έργα. Τέσσερα κείμενά του αναφέρονται στην έννοια της κριτικής και σε κριτικούς, όπως ο Αλέξανδρος Αργυρίου, έντεκα άρθρα σε βιβλία αναφοράς, που ερμηνεύουν λογοτέχνες ή γενικότερα την πρόσληψη των Ελλήνων δημιουργών από την κριτική, και πέντε άλλα μιλούν κατευθείαν για μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Στρ. Τσίρκας, ο Μ. Καραγάτσης και ο Ν. Καββαδίας, ο Ν. Καζαντζάκης, ο Γ. Σεφέρης κ.λπ.

Τελικά ποιο στίγμα αφήνει να φανεί ο κριτικός μέσω της αυτοαναφορικής συλλογής του κριτικών δοκιμίων και πώς οι απόψεις του περί κριτικής έρχονται να σφραγίσουν την πολυετή προσφορά του;

Φυσικά, η στάση του έχει καθοριστεί από την απομάκρυνσή του από τη σκληρή ζντανοφική γραμμή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που συντελέστηκε σε μια μερίδα της αριστερής κριτικής σκέψης κατά τη δεκαετία του ’60. Η κριτική, γι’ αυτόν, επιδιώκει την κατανόηση του έργου ως «κωδικοποιημένου» κοσμοειδώλου και την ανάδειξη του τρόπου κατασκευής του ως αισθητικής πράξης, με την οποία ασχολείται και η ιδεολογική ματιά, αντίθετα με ό,τι ευρέως πιστεύεται.

Ετσι, ο κριτικός, πέρα από τον αναγνωρισμένο διαμεσολαβητικό ρόλο του, αναλαμβάνει και το χρέος μιας πολιτισμικής παρέμβασης και, χωρίς να αμφισβητείται η αυτονομία του, καλείται να υπηρετήσει και την κοινωνική λειτουργία της μούσας του.

Ο Δ. Ραυτόπουλος πιστεύει στην ευρύχωρη και ευέλικτη χρήση της θεωρίας της λογοτεχνίας, έστω κι αν διακρίνεται από αμηχανία απέναντί της, αφού ενίοτε την ταυτίζει με τον άκαμπτο επιστημονικό δογματισμό. Γι’ αυτό ανάμεσα σ’ αυτήν και τη σημειωματογραφία της μόδας, προκρίνει αριστοτελικά τη μεσότητα της εναργούς άποψης και της τολμηρής αξιολόγησης, ακόμα και για κείμενα της αντίθετης ιδεολογίας, όπως για την «Ορθοκωστά» του Θ. Βαλτινού ή τον φιλελευθερισμό του Μ. Καραγάτση.

Πιο συγκεκριμένα για τη λογοτεχνία, ο κριτικός προβάλλει την ανάγκη για ουμανιστικό λόγο που θα αναδειχθεί μέσα στον ιστορικό και πολιτισμικό βιότοπό της. Τα κείμενα δεν παύουν να διακρίνονται από πλείστες πλευρές, κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, ηθολογικές, και ο μελετητής οφείλει χωρίς παρωπίδες να συνδιαλεχθεί μαζί τους.

Γι’ αυτό τα δίπολα λογοτεχνία-ιστορία, δημιουργός-αναγνώστης και κριτικός, (συγ)γραφή-πρόσληψη δημιουργούν διαλεκτικές συνθέσεις που αξίζει να λαμβάνονται υπόψη, όταν προσεγγίζουμε, ειδικά από απόσταση, τα παραγόμενα έργα.

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει ο ίδιος, τα δοκιμιακά του κείμενα είναι περισσότερο μικρές φιλολογικές μελέτες, που κινούνται ανάμεσα στην εμπειρική ματιά του και τη θεωρία, παρά εν βρασμώ κριτικές δοκιμές.

Είναι νηφάλια όσο και μάχιμα, συναιρούν την ιστορικότητα με την ιδεολογία, ανατρέχουν στις γνώμες άλλων και κρίνουν τους κρίνοντες και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί ερμήνευσαν λογοτεχνικά φαινόμενα, είναι κείμενα λοιπόν αφενός αποστασιοποιημένα κι αφετέρου φορείς μιας ολόκληρης μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής σκευής που ακονίζει το βλέμμα του και επαναξιολογεί τα πρίσματά του.

Η «Κριτική της κριτικής» εντάσσεται σε ένα ιστορικό άνυσμα κριτικών προσεγγίσεων του Δ. Ραυτόπουλου, από το πρώτο του βιβλίο «Οι ιδέες και τα έργα» (1965) έως το βραβευμένο «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος» (1996) κι από την «Αναθεώρηση Τέχνης» (2006) μέχρι το «Εμφύλιος και λογοτεχνία» (2012), όπου η λογοτεχνία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων διασταυρώνεται με τις ιδέες και την Ιστορία. Εκεί μέσα κρίνεται η πορεία της πολιτισμικής μας σκέψης και της αντίληψής μας περί λογοτεχνίας.