Ενα «μικρό» λάθος στη δημιουργική λογιστική της κυβέρνησης, μέσα από την οποία μειώθηκε το ποσό της προσωπικής διαφοράς από τα 3,9 δισ. ευρώ στο 1,4 δισ. ευρώ, έφερε στο τραπέζι την εκ νέου περικοπή των επικουρικών συντάξεων, μόλις 10 μήνες μετά το τελευταίο τσεκούρωμά τους.
Ο λόγος βρίσκεται στο ότι οι δανειστές αξιώνουν μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης που καταβάλλει ο κρατικός κορβανάς ίση με 1% του ΑΕΠ που βέβαια ισούται με 1,8 δισ. ευρώ.
Από την άλλη, η κυβέρνηση με στόχο να δείξει μικρότερη περικοπή της προσωπικής διαφοράς ενέταξε στο αρχικό ποσό της σύνταξης (πριν δηλαδή αυτό περικοπεί με τον νόμο Κατρούγκαλου) και τις μνημονιακές μειώσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων (οι οποίες όμως είχαν κριθεί αντισυνταγματικές και θα έπρεπε να αποδίδονται στους συνταξιούχους).
Ετσι το σχετικό ποσό που αφορά το σύνολο της προσωπικής διαφοράς έπεσε στο 1,4 δισ. ευρώ με αποτέλεσμα να πρέπει να βρεθούν άλλα 400 εκατ. ευρώ για να ικανοποιηθούν οι ορέξεις των δανειστών μας, οι οποίοι καλύπτονται μόνον από την περικοπή συντάξεων. Ετσι η εύκολη λύση ήταν βέβαια το νέο κούρεμα στις επικουρικές συντάξεις.
Αυτό λοιπόν όπου φαίνεται να έχουν καταλήξει σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων δανειστές και ελληνική κυβέρνηση είναι ότι θα προστατευτεί το εισόδημα όσων λαμβάνουν κάτω από 1.000 ευρώ μικτή σύνταξη (κύρια + επικουρική).
Υπενθυμίζεται ότι με βάση τον νόμο Κατρούγκαλου επήλθε, από την 1η Ιουνίου 2016, γενναίο τσεκούρωμα στο κομμάτι της επικουρικής σύνταξης, σε όσους ελάμβαναν μεικτό ποσό άνω των 1.300 ευρώ.
Επισήμως πάντως προωθείται ως καλύτερο επικοινωνιακό επιχείρημα (άλλωστε δουλεύει ο κοινωνικός αυτοματισμός που «έσπειραν» οι προηγούμενες κυβερνήσεις) ότι δήθεν αυτή η περικοπή των επικουρικών γίνεται ώστε να περιοριστούν οι απώλειες συντάξεων σε άτομα που λαμβάνουν χαμηλές, πιθανότατα κάτω από 1.000 ευρώ, παροχές.
Ουσιαστικά θεωρείται ότι όποιος λαμβάνει πάνω από 1.000 ευρώ σύνταξη ανήκει στους ωφελημένους του παλαιού συστήματος.
Ψαλίδι σε επικουρικές
Εδώ όμως μπαίνει ένα καίριο θέμα συνταγματικότητας (έτσι κι αλλιώς η πολιτική ευθιξία έχει χαθεί προ πολλού και δη ανεπιστρεπτί) καθότι και με δεδομένο ότι πλέον το κράτος δεν συμμετέχει στην επικουρική σύνταξη, πώς είναι δυνατόν να περικόπτει κάτι στο οποίο δεν συμμετέχει.
Υπενθυμίζεται ότι η πρόταση στηρίζεται στο γεγονός πως οι δανειστές ζητούν μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης της τάξης του 1% του ΑΕΠ, ήτοι 1,8 δισ. ευρώ, και όχι δημοσιονομική προσαρμογή αντίστοιχου μεγέθους.
Υπενθυμίζεται ότι η συνολική δαπάνη το 2017 εκτιμάται πως θα αγγίξει τα 29,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 25,77 δισ. ευρώ για κύριες συντάξεις και 3,43 δισ. ευρώ για επικουρικές, μέγεθος το οποίο στη λογική των δανειστών μας φαντάζει εξωπραγματικό.
Παρότι λοιπόν ήδη από χθες στη Μάλτα οργιάζουν οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις κυρίως όμως για το πότε θα ισχύσουν αυτές οι περικοπές, η κυβέρνηση θέλει να επιβάλει τη σταδιακή κατάργηση της προσωπικής διαφοράς και την περικοπή των επικουρικών συντάξεων σταδιακά το 2019 και το 2020, ενώ και το ΔΝΤ «ορέγεται» περικοπές στη συνταξιοδοτική δαπάνη ακόμη και το 2018 (ώστε να κλείσει το δημοσιονομικό κενό της συγκεκριμένης χρονιάς) ή ολοσχερή επιβολή των παραπάνω το 2019.
