Η ρήση του καρδινάλιου Ρετζ, «από την αβεβαιότητα βγαίνουμε μόνον εις βάρος μας», δίνει τον ορίζοντα που δεν θα είναι αυτός που ξέραμε ούτε αυτό που θα θέλαμε.
Μπορούν να τον διαψεύσουν οι Βρυξέλλες; Στις επίσημες ανακοινώσεις της Ε.Ε., οι «28» έχουν γίνει, απλώς, «27». Αύριο, μπορεί να γίνουν ξανά «28».
Εν τω μεταξύ, τα σενάρια διάλυσης της Ενωσης, ενώ συζητούνται, όλοι προσεύχονται (μόνον προσεύχονται, όμως) να μην υλοποιηθούν.
Χωρίς πλέον να είναι αδιανόητα, τουλάχιστον, τα σενάρια φαντάζουν χαοτικά.
Θα μπορούσαν να ασκηθούν «βελούδινες πολιτικές», ή πολιτικές έμπρακτης αλληλεγγύης.
Ομως, υιοθετούνται σκληρές γραμμές∙ με συνέπειες. Βαθαίνουν ρήγματα, πικρίες, οργή∙ σκάβουν άτσαλα την ιστορία.
Και ποιο είναι το θεσμικό ανάχωμα στις ανακοινώσεις; Κάτι σαν χρησμός: «Προχωράμε!»
Λόγου χάριν, δεν είναι μόνον η αποτυχία στον χειρισμό της ελληνικής περίπτωσης – που, από υπόθεση τιμωρίας των τσαμπατζήδων του ελληνικού πολιτικού συστήματος, έχει μετατραπεί σε βάσανο εις βάρος του λαού και της χώρας.
Είναι και τα άλλα, κατά τον ίδιο τρόπο: τιμωρητικά, σαν φόβητρο – ήτοι, με πολιτικές σκληρής γραμμής.
Ο,τι δεν αντιμετωπίζεται σφαιρικά, βαφτίζεται διμερές πρόβλημα.
Ας ξαναδούμε το Brexit. Η Ισπανία θέλει να έχει λόγο –και το υιοθετεί η Ενωση– στις διαπραγματεύσεις του Brexit, για την υπόθεση του Γιβραλτάρ.
Το Γιβραλτάρ ήταν αγκάθι στις σχέσεις Μαδρίτης – Λονδίνου από το 1713 (από τη Συνθήκη της Ουτρέχτης μέσω της οποίας η Βρετανία έπαιρνε από τους Αψβούργους της Ισπανίας τον έλεγχο του Γιβραλτάρ).
Το Γιβραλτάρ, βρετανική αποικία από το 1830, είναι καθεστώς που εξοργίζει την Ισπανία.
Σήμερα, διά στόματος του βασιλιά Φελίπε Στ΄, η Ισπανία (η οποία κατέσφαξε τον 16ο αώνα τη Λατινική Αμερική) «ζητά τον τερματισμό του αισχρού αποικιακού αναχρονισμού».
Βέβαια, έως εδώ, δύο δημοψηφίσματα –το 1967 και το 2002– έχουν δείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων το Γιβραλτάρ επιθυμούν να παραμείνει βρετανικό το Campo de Gibraltar∙ και το πιο πρόσφατο δημοψήφισμα έδειξε ότι πάλι η πλειοψηφία θέλει να παραμείνει το Γιβραλτάρ στην Ε.Ε.
Η Ισπανία έχει άποψη επίσης για το δημοψήφισμα για ανεξαρτησία της Σκοτίας.
Το θεωρεί «κακό προηγούμενο παραδείγμα» στην υπόθεση ανεξαρτησίας της δικής της Καταλονίας.
«Δεν θέλουμε [την ανεξαρτησία της Σκοτίας]» σχολίασε ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών Αλφόνσο Νταστίς κοιτώντας προς την Καταλονία, «αλλά εάν συμβεί νομικά και συνταγματικά, δεν πρόκειται να ασκήσουμε βέτο. Απλά δεν θέλουμε να ενθαρρύνουμε τη διάσπαση οποιουδήποτε κράτους-μέλους».
Ομως, καθώς η Βουλή της Σκοτίας έχει ταχθεί υπέρ της διεξαγωγής νέου δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας της Σκοτίας μετά το Brexit, είναι βέβαιο ότι αυτή τη φορά θα επιτευχθεί ο στόχος.
Στο δημοψήφισμα του 2014, η Σκοτία είχε απορρίψει την ανεξαρτητοποίησή της με ποσοστά 55% έναντι 45%, επειδή –μεταξύ άλλων– τόσο το Λονδίνο όσο και η Ε.Ε. απειλούσαν τους Σκοτζέζους με αποπομπή από την Ενωση.
Η πρωθυπουργός της Σκοτίας Νίκολα Στέρτζον, δικαίως τώρα, υποστηρίζει ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει με το Brexit, αφού η Σκοτία είχε ψηφίσει υπέρ της παραμονής στην Ενωση με ποσοστό 62%.
Να πούμε και το άλλο. Η ένωση Σκοτίας – Βρετανίας έχει ιστορικό βάθος το οποίο θυμούνται οι Σκοτζέζοι.
Τον 17ο-18ο αιώνα η σκοτσέζικη οικονομία είχε καταρρεύσει ύστερα από ενέργειες των Αγγλων, μαζί με το τότε όνειρο της Σκοτίας να γίνει μεγάλο εμπορικό έθνος.
Μετά την «Καταστροφή του Νταριέν» (την ατυχή προσπάθεια των Σκοτσέζων να στήσουν αποικία στη Λατινική Αμερική), οι αγγλικές απειλές για πάγωμα του εμπορίου και της ελεύθερης διακίνησης στα σύνορα Αγγλίας – Σκοτίας, οδήγησαν εκβιαστικά στην υπογραφή της Πράξης της Ενωσης το 1707 μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο κρατών.
Το βασίλειο της Σκοτίας έπεσε, το Κοινοβούλιο της Σκοτίας διαλύθηκε και δημιουργήθηκε το βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας.
Οι Σκοτσέζοι ακόμα πιστεύουν ότι ο ρόλος των Αγγλων στην αποτυχία του Σχεδίου Νταριέν ήταν σκόπιμος ώστε, με βέβαιο το φιάσκο της όλης επιχείρησης, να αποδυναμωθεί η οικονομία της Σκοτίας και να χάσει την ανεξαρτησία του το βασίλειο της Σκοτίας.
Το επιμύθιο σήμερα: Η Ευρώπη από την Ενωση, με τις σκληρές γραμμές, μετατοπίζεται σε game αποσχίσεων και εργαστήρι διαλύσης.
Και για όσο διάστημα η πολιτική οξυδέρκεια θα καταναλώνει θεσμικά ξόρκια και δημοσιονομικές διαστάσεις, θα αδυνατεί να αναγνωρίσει πως τα προβλήματα της Ευρώπης ή της ευρωζώνης δεν οφείλονται, στο σύνολό τους, στους δημόσιους υπαλλήλους της Πορτογαλίας, στους συνταξιούχους της Ελλάδας και στους αναρχικούς αυτονομιστές.
Η αποκατάσταση της αλληλεγγύης, της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ισορροπίας, η άμβλυνση των αποκλίσεων, είναι προϋποθέσεις sine qua non της επιβίωσης της Ενωσης.
Εως εδώ –κάτι συνεπές με το «Zeitgeist » Ντάισελμπλουμ– για όσο θα συνεχίζεται η σύγκρουση μεταξύ ενάρετου «καλβινιστικού» Βορρά και σεξουαλικοποιημένου «συβαρίτικου» Νότου, η συνοχή της Ευρώπης θα παίζεται με όλους τους τζόκερ (τους γελωτοποιούς, τύπου Γερούν, Ντόναλντ Τουσκ και Ζαν-Κλοντ κ.ά.) στην τράπουλα.
