Πριν σηκώσει το μεσημέρι του Σαββάτου στα χέρια της το Χρυσό Λιοντάρι για την Καλύτερη Εθνική Συμμετοχή στην 57η Μπιενάλε Βενετίας, η 39χρονη Γερμανίδα Ανε Ιμχοφ, με το μαύρο τζόκεϊ και το μαύρο πέτσινο σακάκι της, ήταν ήδη η αδιαφιλονίκητη σταρ της διοργάνωσης.
Από στόμα σε στόμα, στη διάρκεια των previews ουρές είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται έξω από το κτισμένο επί Χίτλερ γερμανικό περίπτερο και ο ξένος Τύπος, ειδικευμένος και μη, μιλούσε για «γερμανική κυριαρχία». Πού να ήξεραν ότι δεν θα ήταν μόνη της η Ανε Ιμχοφ. Οτι πάλι σε Γερμανό, στον 77χρονο Φραντς Ερχαρντ Βάλτερ, θα πήγαινε και το άλλο Χρυσό Λιοντάρι, για τον Καλύτερο Καλλιτέχνη της έκθεσης «Viva Arte Viva», που επιμελείται η κομισάριος της Μπιενάλε, Γαλλίδα Κριστίν Μασέλ.
Η Ανε Ιμχοφ μίλησε για το έργο της, το «Faust», κάτι μεταξύ γλυπτικής, περφόρμανς και εγκατάστασης, χρησιμοποιώντας τις λέξεις «απείθεια» και «περηφάνια».
«Προσφέρει μια καθαρή άποψη του παρελθόντος, αλλά αναφέρεται και στο μέλλον, υπερασπίζεται τη σκέψη, την ελευθερία, το δικαίωμα να είσαι διαφορετικός, τον σεξουαλικό αντικομφορμισμό, την περηφάνια να είσαι γυναίκα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο», είπε. Ενώ και το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής το χαρακτήριζε «ένα δυνατό και ανησυχητικά σκληρό έργο, που βάζει επιτακτικά ερωτήματα για την εποχή μας και αναστατώνει τον θεατή».
Στο «Faust» πρωταγωνιστεί μια δωδεκάδα από νέους, μαυροντυμένους, σπορτίφ περφόρμερ, ένα γυάλινο υπερυψωμένο δάπεδο στο εσωτερικό του γερμανικού περιπτέρου και μερικά άγρια Ντόμπερμαν, που γαβγίζουν απέξω, κλεισμένα πίσω από φράχτη. «Είναι η Κόλαση, κι αυτά ο Κέρβερος με ένα κεφάλι», έγραψε χαρακτηριστικά η «Μοντ».
Σε έναν αντισηπτικό χώρο μεταξύ φυλακής, ασύλου και σαδομαζοχιστικού άντρου, οι περφόρμερ, έγκλειστοι κάτω από τα πόδια των έκπληκτων θεατών, που χάρη στο γυαλί βλέπουν τα πάντα, χορεύουν, περπατάνε, σπαράζουν, υπακούουν στα sms που τους στέλνει η Ιμχοφ στα κινητά τους και αιχμαλωτίζουν τα βλέμματα, ενώ ακούγεται μουσική, κυρίως μέταλ. Η επιμελήτρια του περιπτέρου, Σουζάνε Πφέφερ, διευθύντρια του μουσείου Fridericianum του Κάσελ, ήταν ακόμα πιο σαφής στην ερμηνεία της περφόρμανς-εγκατάστασης:
«Είναι ένα έργο για την ένταξη και τον αποκλεισμό. Αφορά ένα κρίσιμο και υπαρξιακό ερώτημα πλήθους συνανθρώπων μας, όχι μόνο μεταναστών, αλλά και εργατών, που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα».
Ετσι, σε μια Μπιενάλε Βενετίας, που κατά γενική ομολογία είχε χαλαρά πολιτικά αντανακλαστικά -δεν μοιράζονται όλοι οι επιμελητές την ίδια άποψη για την τέχνη-, έφυγε με το Χρυσό Λιοντάρι Εθνικού Περιπτέρου μια οργισμένη, αντεργκράουντ ακτιβίστρια. Μπορεί να ήταν και η πιο τολμηρή πολιτικά επιλογή της επιτροπής. Από εκεί και πέρα, σε όλα τα υπόλοιπα βραβεία, περίσσεψαν οι αναφορές στη φόρμα.
Ενα ακόμα εθνικό περίπτερο, το βραζιλιάνικο, με βιντεοεγκατάσταση της Σίνθια Μαρσέλ, κέρδισε ειδική μνεία για τη δημιουργία ενός «αινιγματικού και ανισόρροπου χώρου, που μας κάνει να νιώθουμε ανασφαλείς», ενώ η βιντεοταινία της, που έκανε σε συνεργασία με τον κινηματογραφιστή Τιάγκο Μάτα Ματσάδο, «θυμίζει τις αγωνίες της σύγχρονης βραζιλιάνικης κοινωνίας».
Εκπληκτος δέχτηκε το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερου Καλλιτέχνη στην έκθεση «Viva Arte Viva» ο ηλικιωμένος Φραντς Ερχαρντ Βάλτερ για τις διαδραστικές εγκαταστάσεις του με τοίχους (Wallformation), που περιμένουν τους θεατές να επέμβουν. Αυτός ο πρωτοπόρος πρωταγωνιστής της τέχνης του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα βρίσκεται ξαφνικά στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και το Reina Sofia τού ετοιμάζει ρετροσπεκτίβα.
Το Αργυρό Λιοντάρι για Υποσχόμενο Καλλιτέχνη της ίδιας έκθεσης απονεμήθηκε στον γεννημένο στη Μεγάλη Βρετανία Χάσαν Καν, ο οποίος όμως ζει και δουλεύει στο Κάιρο, για την ηχητική εγκατάσταση «Composition for a Public Park», που μαγεύει τους επισκέπτες στους κήπους, στο άκρο της Αρσενάλε. Η Επιτροπή, πολύ γενναιόδωρη φέτος, αποφάσισε να ξεχωρίσει με ειδική μνεία δύο ακόμα καλλιτέχνες της έκθεσης. Τον διάσημο Αμερικανό βίντεο άρτιστ Τσαρλς Ατλας, για δύο έργα του.
Το ένα από αυτά (The Tyranny of Consciousness), μια εντυπωσιακή πολυκάναλη βιντεοεγκατάσταση με 44 ηλιοβασιλέματα, που τα συνοδεύει η φωνή της θρυλικής Νεοΰορκέζας ντραγκ κουίν Lady Bunny να μιλά για ειρήνη και συνύπαρξη, αλλά και για την πολιτική ζωή στις ΗΠΑ, «όπου ποτέ δεν τίθενται τα σωστά ερωτήματα». Και στον Κοσοβάρο Πετρίτ Χαλιλάι, που ζει μεταξύ Βερολίνου και Κοσόβου, «για τις ευφάνταστες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις του στην Αρσενάλε και στο κεντρικό περίπτερο, που αναδεικνύουν τη σχέση της ιστορίας της χώρας του με τις παιδικές του αναμνήσεις».
Τέλος, το τιμητικό Χρυσό Λιοντάρι συνολικής προσφοράς στην τέχνη, για ακόμα μια χρονιά, όπως είχε ανακοινωθεί εδώ και καιρό, πήγε σε μια γυναίκα που δεν είχε αναγνωριστεί όσο της άξιζε, την 78χρονη Αμερικανίδα φεμινίστρια ζωγράφο και περφόρμερ Κάρολι Σνίμαν.
