Γιάννης Μπαλαμπανίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μοιάζει κάπως κωμικό: η καθημερινότητα κυριαρχείται τελευταία από το «Survivor». Οι κουβέντες στον δρόμο ή στα κοινωνικά δίκτυα δεν μπορεί βέβαια να περιστρέφονται μονίμως γύρω από τη διαπραγμάτευση ή το ποδόσφαιρο, εδώ όμως επαναλαμβάνεται ως φάρσα η εποχή των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 2000, όταν φύονταν και στην Ελλάδα τα πρώτα ριάλιτι σόου.

Με τη διαφορά ότι τώρα το «Survivor» είναι μια όαση υψηλής τηλεθέασης μέσα στην απόλυτη ένδεια της απαξιωμένης ελληνικής τηλεόρασης, στην εποχή του «Game of thrones» και του «Westworld».

Η τηλεθέαση αναζωπυρώνει μια γνώριμη πολεμική. Η μία πλευρά εξανίσταται, υψώνοντας το φρύδι: «Μα πώς είναι δυνατόν να βλέπετε σκουπίδια σαν το “Survivor”;» Είναι αυτή που με ύφος ελιτίστικο απορρίπτει ως επίπλαστες τις εκφράσεις του μαζικού πολιτισμού, από τις τηλεοπτικές εκπομπές μέχρι τη (λαϊκο-)ποπ μουσική κ.ο.κ., εμμένοντας σε μια σκληρή διάκριση μεταξύ «υψηλού» και «χαμηλού» πολιτισμού.

Στάση που μας γυρίζει στις ηθικοπλαστικές διδαχές του σχολείου και του φροντιστηρίου περί πλαστών αναγκών μιας ρηχής καταναλωτικής κοινωνίας. Διόλου τυχαία, η πιο επιθετική αντίδραση προήλθε ακριβώς από έναν συνδικαλιστικό φορέα της μέσης εκπαίδευσης: το τηλεπαιχνίδι ως διαστροφικό προϊόν μιας κοινωνίας του θεάματος που εγγράφει στα μυαλά των ανθρώπων τον ατομικισμό, τον δαρβινισμό, την τυφλή υπακοή (τη λιτότητα ακόμη!) και υπονομεύει τις αξίες της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας, του αγώνα.

Αγνοείται έτσι ο ζωτικός εκδημοκρατισμός που σήμανε η πρόσβαση ευρύτερων μαζών στα προϊόντα της κουλτούρας, υψηλής και χαμηλής, μαζί με την απενοχοποίηση της λαϊκότητας. Σαν αντεστραμμένο είδωλο, ένα άλλο σηκωμένο δάχτυλο κανοναρχεί:

Μα πώς είναι δυνατόν να απορείτε που κάποιος, επιστρέφοντας στο σπίτι κουρασμένος κι απηυδισμένος από τη δουλειά, χαζεύει τα καλογυμνασμένα κορμιά και τα εξωτικά νησιά των ριάλιτι; Τι θέλετε, να διαβάζει βαριά λογοτεχνία ή να βλέπει κουλτουριάρικες ταινίες;

Από δημοσιογραφικές πένες που κατά τα άλλα μέμφονται τους «ψεκασμένους» ανάμεσά μας διατυπώνεται το αντεπιχείρημα ότι είναι πολύ ανθρώπινο να ξορκίζονται οι αντίξοες του βίου συνθήκες με την παρακολούθηση καθημερινών παθών σε live αναμετάδοση.

Αυτή η ανάποδη όψη του εκδημοκρατισμού του γούστου συνεπάγεται όμως τελικά μια σκληρή διάκριση: είναι «φυσικό» στο τέλος της ημέρας ο άνθρωπος του οχτάωρου να αρκείται στο πρόγραμμα της τηλεόρασης, ενώ οι υψηλές απολαύσεις της ανάγνωσης και της γεύσης, οι λεπτές προτιμήσεις στη μουσική ή στο σινεμά φυλάσσονται εν τέλει προνομιακά για κάποιους άλλους.

Από τον Πιερ Μπουρντιέ γνωρίζουμε ότι καθόλου αθώο δεν είναι αυτό το δήθεν απενοχοποιητικό de gustibus non disputandum (Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, Πατάκης, 2002). Το «γούστο» σε κάθε τομέα της ανθρώπινης πρακτικής, από τη διασκέδαση ώς τη διατροφή, είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής διαφοροποίησης.

Οσοι κατέχουν υλικό και πολιτισμικό κεφάλαιο (π.χ. καλύτερη εκπαίδευση) είναι εκείνοι που καθορίζουν τις «υψηλές» και «χαμηλές» προτιμήσεις μιας κοινωνίας. Οι υπόλοιποι αποδέχονται τις ιεραρχήσεις σαν νόμιμες και φυσικές, μαζί με την περιορισμένη πρόσβασή τους στις πιο εκλεπτυσμένες από αυτές λόγω των περιορισμένων πόρων που έχουν στη διάθεσή τους.

Οσο πιο ελεύθερος είναι κανείς από τους καταναγκασμούς της καθημερινότητας τόσο πιο ελεύθερα διαμορφώνει λεπτά γούστα. Οι προτιμήσεις δεν έχουν τίποτε το «φυσικό»· κρύβουν βαθιές διακρίσεις, υλικές και συμβολικές. Με άλλα λόγια, η αισθητική δεν είναι μια απολύτως ελεύθερη επιλογή αλλά υποδεικνύει στον καθένα ποια είναι η αρμόζουσα θέση του μέσα στην κοινωνία.

Να πώς πίσω από την κοινοτοπία ότι «όλα είναι θέμα παιδείας» ή ότι «όλα είναι θέμα γούστου» λανθάνουν η ιδεολογία και η πολιτική. Αν το πρώτο παραπέμπει στην αριστερίζουσα υπόδειξη μιας ψευδούς απαίδευτης συνείδησης που καθηλώνει την εργατική τάξη στην υποτέλεια, το δεύτερο αποκαλύπτει την αδυναμία μιας υποτιθέμενης ελίτ να κατανοήσει και να νοιαστεί για τις «μάζες», τις οποίες προορίζει για τις εύκολες τηλεοπτικές βραδιές, εγκαλώντας τις έπειτα που ψηφίζουν Λεπέν ή Τραμπ (ο οποίος, τι ειρωνεία, ριάλιτι σόου παρουσίαζε).

Δεν είναι κακό να χαζεύει κανείς τις αβάσταχτες ελαφρότητες της τηλεόρασης. Ομως, στις «αθώες» απορίες ενός trendy συντηρητισμού που βρίσκει παρωχημένες τις ευαισθησίες για ανθρώπινη χειραφέτηση θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί ότι ναι, ενίοτε είναι προτιμότερο ο άνθρωπος της δουλειάς, γυρνώντας σπίτι, αντί για το «Survivor» να διαβάζει κανένα βιβλίο.

Εκεί, ας πούμε στις αριστουργηματικές σελίδες του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ (Ο άρχοντας των μυγών, Καστανιώτης, 2010), μπορεί και να βρει την καταγωγή των ριάλιτι επιβίωσης: την ιστορία μιας ομάδας παιδιών που ναυαγούν και αναγκάζονται να οργανώσουν από το μηδέν τους όρους της κοινής τους συμβίωσης σε ένα εξωτικό πλην εχθρικό περιβάλλον – καταλήγοντας στην αλληλεξόντωση. Τα γούστα δεν είναι πάντοτε αθώα· καμιά φορά μοιάζουν με τη μάσκα πίσω από την οποία ο Τζακ, ένα από τα παιδιά της ιστορίας, αποκτηνώθηκε «απαλλαγμένος από την αιδώ και την αυτοσυνείδηση».

*Πολιτικός επιστήμονας ([email protected]). Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά».