Τα τελευταία 40 χρόνια έχει γίνει πια συνήθεια ο κάθε ο νέος υπουργός Παιδείας να εκδηλώνει τη θέλησή του και πολλές φορές να επιχειρεί ριζικές παρεμβάσεις στο νομικό καθεστώς που διέπει τον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας. Ατυχώς, οι περισσότερες από αυτές τις παρεμβάσεις αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση ατομικών επιδιώξεων και όχι στην εξυπηρέτηση ενός συνολικότερου σχεδίου.
Για τον λόγο αυτό δεν απαντούν με τρόπο συνεπή στις κοινωνικές αναγκαιότητες που τις επιβάλλουν. Και, το χειρότερο, πρόκειται συχνά για κακέκτυπα αντίγραφα εισαγόμενα από την Εσπερία που δεν ανταποκρίνονται με λογική συνέπεια στην ακαδημαϊκότητα, δηλαδή στο ιδιαίτερο εκείνο σύνολο από κανόνες και συμπεριφορές που διακρίνουν τον χώρο ως ένα ιδιόμορφο, αλλά στρατηγικής σημασίας πεδίο της κοινωνικής πράξης.
Για τους παραπάνω λόγους, οι αντίστοιχες απόπειρες υπήρξαν αποσπασματικές, ατελείς, συχνά ζημιογόνες, με συνέπεια οι περισσότερες να εγκαταλειφθούν σύντομα, μερικές μάλιστα πριν ακόμα εφαρμοστούν. Εξαίρεση αποτέλεσε ο νόμος 1268 που εισηγήθηκε στην αρχή της δεκαετίας του ‘80 το νεαρό τότε ΠΑΣΟΚ, ο οποίος συνέλαβε την κοινωνική ανάγκη και ήρθε να αντιμετωπίσει διοικητικές αρρυθμίες με τη δημιουργία θεσμών συμμετοχικής δημοκρατίας.
Σήμερα, και υπό την κυριαρχία των αγοραίων νεοφιλελεύθερων προταγμάτων που αναπτύχθηκαν στο μεταξύ, νέες αρρυθμίες, στρεβλώσεις και αγοραίες ανατροπές απειλούν την ακαδημαϊκότητα, την ουσία δηλαδή του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας. Το προτεινόμενο νέο σχέδιο νόμου έρχεται να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτό το ζήτημα και προτάσσει την αυτονομία της ακαδημαϊκότητας έναντι των αγοραίων πιέσεων.
Και το σημαντικότερο είναι ότι το κάνει με ό,τι έλειπε από προηγούμενα αποτυχημένα εγχειρήματα, το εντάσσει δηλαδή με λογική συνέπεια σε ένα συνολικότερο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο.
Συγκεκριμένα, πέρα από τις ρυθμίσεις που αφορούν καθαυτό ακαδημαϊκά ζητήματα, όπως ο αυστηρός προσδιορισμός του αντικειμένου των μεταπτυχιακών προγραμμάτων, τα ειδικά προσόντα των διδασκόντων, οι διδακτικές μέθοδοι και οι αξιολογήσεις, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και ρυθμίσεις που αναδεικνύουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της ακαδημαϊκότητας, όπως για παράδειγμα εκείνες που αναφέρονται στην προσβασιμότητα φοιτητών από οικονομικά αδύναμες οικογένειες, στον έλεγχο των αμοιβών των πανεπιστημιακών, στα οικονομικά των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και τους απολογισμούς.
Εκτιμώ, ωστόσο, ότι ακόμα μεγαλύτερη πολιτική σημασία έχουν τα στοιχεία εκείνα που έρχονται να ενισχύσουν στην πράξη τη στρατηγική σημασία του χώρου αναφορικά με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, καθώς σήμερα η επιστήμη και η τεχνολογία είναι οι κατεξοχήν παραγωγικές δυνάμεις.
Ετσι, μία από τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, η προώθηση του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας, ικανοποιεί την ανάγκη ισχυροποίησης ενός διακριτού κοινωνικού πεδίου, καθώς α) το ενισχύει αριθμητικά, β) το εφοδιάζει με ενιαίους κανόνες και συμπεριφορές που, υπό συνθήκες ενισχυμένης αυτοδιοίκησης, θεμελιώνουν την ακαδημαϊκότητα ως καθοριζόμενη εκ των έσω συλλογικότητα πάνω στην ελευθερία της διδασκαλίας, της έρευνας, της πρόσβασης στην επιστημονική πληροφορία και γ) μεροληπτεί υπέρ των συνεργειών στην έρευνα εις βάρος των ατομικών επιδιώξεων.
Επίσης, τα πρακτικά μέτρα που ευνοούν την αλληλεπίδραση και τη συνέργεια των ιδρυμάτων με κοινωνικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς συντελεστές σε επίπεδο περιφέρειας έρχονται για πρώτη φορά να ανταποκριθούν έμπρακτα στην ανάγκη εξωστρέφειας της ακαδημαϊκότητας και στρατηγικής εμπλοκής της επιστήμης στην υπόθεση της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
* αντιπροέδρος του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος
