«Λογικά» πρωτογενή πλεονάσματα για το ελληνικό πρόγραμμα ζήτησε σήμερα η Κριστίν Λαγκάρντ, επειδή αυτά θα καθορίσουν το μέγεθος της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που απαιτείται, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο.
Σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσινγκτον η «σιδηρά κυρία» του ΔΝΤ επανέλαβε ότι αυτό θα πρέπει να εξετάσει τα πρωτογενή πλεονάσματα του ελληνικού προγράμματος πριν το Ταμείο αποφανθεί για τη βιωσιμότητα του χρέους, που, όπως είπε, αποτελεί μία από τις δύο προϋποθέσεις που έχει θέσει για τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.
Δεύτερη προϋπόθεση αποτελεί η εφαρμογή ενός αξιόπιστου πακέτου μεταρρυθμίσεων. Σε αυτό το μέτωπο, η γενική διευθύντρια του Ταμείου παραδέχθηκε ότι έχει σημειωθεί πρόοδος.
Ωστόσο, η κ. Λαγκάρντ επέμεινε στο γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη ανοικτά ζητήματα στο φορολογικό και ασφαλιστικό, τα οποία θα πρέπει να κλείσουν όταν θα επιστρέψουν οι θεσμοί στην Αθήνα.
Επιστρέφει η τρόικα
Οι εκπρόσωποι των δανειστών αναμένονται στην Ελλάδα στις αρχές της ερχόμενης εβδομάδας, σύμφωνα με τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.
Στο περιθώριο της συνόδου ο Κλάους Ρέγκλινγκ εμφανίστηκε βέβαιος ότι η Ελλάδα «μπορεί να επιστρέψει στις αγορές και να σταθεί ξανά στα πόδια της πριν από τη λήξη του προγράμματος το επόμενο έτος».
Έκανε λόγο για την «επόμενη ευρωπαϊκή ιστορία επιτυχίας», εφόσον η Αθήνα εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις, στις οποίες έχει δεσμευτεί.
«Ελπίζουμε πολύ», είπε ο Ρέγκλινγκ, «ότι το ΔΝΤ θα συμμετάσχει στο τρίτο πρόγραμμα για την Ελλάδα τους επόμενους μήνες».
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ήταν πολύ μεγάλη και επώδυνη η λιτότητα, που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό οφειλόταν στο πολύ μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα και την απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Η Κομισιόν επιμένει για 3,5%
Στο μεταξύ στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018 και τα επόμενα έτη θα επιτευχθεί, ενώ καλωσορίζουν την αναθεώρηση των προβλέψεων του ΔΝΤ για το πρωτογενές πλεόνασμα στην Ελλάδα, σε πιο «ρεαλιστικά» νούμερα.
Η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Ανίκα Μπράιντχαρτ, τόνισε ότι την ανάγκη να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση το «συντομότερο δυνατό», λόγω της «εύθραυστης» κατάστασης της ελληνικής οικονομίας υπογράμμισε η αρμόδια για οικονομικά ζητήματα.
Επανέλαβε σήμερα πως η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τις προβλέψεις που δημοσίευσε το ΔΝΤ για την ανάπτυξη στην Ελλάδα τα επόμενα έτη, καθώς και την αναθεώρηση των προβλέψεων του ΔΝΤ για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Πάντως, θα δημοσιεύσει τις δικές της προβλέψεις μέσα στον Μάιο, συνέχισε η κ. Μπράιντχαρτ, «στη βάση των στοιχείων που θα προκύψουν από την αποστολή των θεσμών στην Αθήνα».
Επιπλέον, εκπρόσωπος επανέλαβε ότι σύμφωνα και με τις προβλέψεις που αναμένεται να ανακοινώσει η Επιτροπή η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα είναι «ηπιότερη» το 2017, λόγω της αβεβαιότητας που υπήρξε γύρω από τη δεύτερη αξιολόγηση.
Σημείωσε δε ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε δυσχερή θέση και γι’ αυτό θα πρέπει να επισπευστούν οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.
Ανησυχούν για Τραμπ
Σημειώνεται ότι το ΔΝΤ συνεδριάζει αύριο και για τρεις μέρες μη έχοντας ακόμη κατανοήσει πώς θα πορευθεί στον τομέα της οικονομίας ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, καθώς οι θέσεις του υπέρ του προστατευτισμού και μείωση του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο δημιουργούν αυξημένη ανησυχία.
Το ΔΝΤ προγραμματίζει δύο συναντήσεις στις οποίες «θα εξεταστούν οι συνέπειες της πολιτικής Τραμπ σε διεθνές επίπεδο, είπε το πρώην μέλος του Δ.Σ. του Ταμείου Ντομένικο Λομπάρντι.
Σε δύο αναφορές του Ταμείου που δημοσιεύθηκαν αυτή την εβδομάδα εκτιμάται ότι οι προωθούμενες πολιτικές της νέας αμερικανικής κυβέρνησης αυξάνουν τους δημοσιονομικούς κινδύνους και θα οδηγήσουν σε τέτοια αύξηση του δημόσιου χρέους ώστε να βλάψουν την ανάπτυξη.
Η γενική διευθύντρια του Ταμείου δήλωσε σήμερα πως πιστεύει ότι ο θεσμός μπορεί να συνεργαστεί με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ για να βελτιωθεί το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα, ωστόσο συμπλήρωσε πως το ελεύθερο εμπόριο πρέπει να προστατευθεί καθώς αποτελεί μηχανή ανάπτυξης.
Τέλος, η Λαγκάρντ εκτίμησε ότι η νίκη της Μαρίν Λεπέν στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας θα δημιουργούσε «μια μείζονα αναταραχή» και θα μπορούσε να οδηγήσει στη «διάλυση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
