Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απόκοσμο «Alien», τολμηρό «Αφτερλωβ»   ★★★★½☆

Alien: Covenant

(Μεγ. Βρετανία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία, ΗΠΑ, 2017, 122’)

  • σκηνοθεσία: Ρίντλεϊ Σκοτ
  • ηθοποιοί: Μάικλ Φασμπέντερ, Κάθριν Γουότερστον, Μπίλι Κρούνταπ, Ντάνι ΜακΜπράιν, Νταμιάν Μπισίρ

Υπάρχουν οι σύγχρονες περιπέτειες φαντασίας κι υπάρχει και το «Alien», η σειρά ταινιών που, ξεκινώντας τουλάχιστον, κατάφερε να τρομοκρατήσει τον θεατή, όχι μόνο χάρη στο σασπένς του και τα ειδεχθή, γεμάτα σάλια, εφιαλτικά απόκοσμα πλάσματα, αλλά κυρίως επειδή τον έκανε να αναλογιστεί την αδυναμία του μέσα στη συνολική εικόνα του κόσμου, όπου περιπλανιέται αβοήθητος από τον Δημιουργό.

Ενας άλλος, σπουδαίος δημιουργός, ο Ρίντλεϊ Σκοτ, επιστρέφει στη μυθολογία που ο ίδιος συνέθεσε, σχεδόν 40 χρόνια μετά το πρώτο «Alien» και πέντε μετά τον «Προμηθέα», την άτυπη συνέχισή του. Κι η επιστροφή του είναι μεγαλειώδης, πνευματικά και σκηνοθετικά – αν όχι σεναριακά.

Η δράση τοποθετείται το 2104, μια δεκαετία μετά τον «Προμηθέα», όταν το διαστημόπλοιο Covenant μεταφέρει 2.000 ανθρώπους, σε ύπνωση, σ’ ένα μακρινό πλανήτη όπου θα βρουν μια καλύτερη ζωή απ’ ό,τι στη Γη.

Φυσικά το ταξίδι ανατρέπεται και μια ομάδα των ταξιδιωτών αναγκάζεται να κατεβεί σ’ έναν άλλο πλανήτη, που μοιάζει όμορφος και ειρηνικός, σκέτος Παράδεισος. Μόνο που, όπως επιμένει να λέει ο Σκοτ, ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Το ότι ο Ρίντλεϊ Σκοτ είναι ένας σπουδαίος σκηνοθέτης φαίνεται σε κάθε σκηνή όπου, διατηρώντας την ένταση, παραμερίζει τη δράση, χρησιμοποιεί τον χρόνο με πολυτέλεια, στήνοντας σκηνές διαλόγων που μιλούν όχι για aliens, αλλά για τη βαθύτερη φύση του ανθρώπου. Γιατί το «Alien: Covenant» είναι μια, όχι λιγότερο τρομακτική, ξεκάθαρα φιλοσοφική ταινία, με τρόπο απολαυστικό.

Η θέση του ανθρώπου μπροστά στο Σύμπαν, τον Θεό, τις μεγαλύτερες δυνάμεις είναι το ζήτημα που τον απασχολεί: εάν η ανθρώπινη πρωτοβουλία, η δυνατότητα της δημιουργίας, η αναλυτική σκέψη είναι προορισμένες μόνο για το καλό ή, κυρίως, για το κακό, εάν (γιατί τα «Alien», όπως και όλες οι καλές ταινίες του φανταστικού, αποτελούν πάντα πολιτικά σχόλια) το ν’ απομονώσεις κάποιον θα τον ωθήσει στο μίσος και τη βία.

Αυτόν τον συλλογισμό στην καρδιά της ταινίας, ο Ρίντλεϊ Σκοτ τον εκφράζει συναρπαστικά με τις σκηνές του Μάικλ Φασμπέντερ εναντίον… Φασμπέντερ, με τον ηθοποιό να θυμίζει ότι, εκτός από φωτογενής, είναι εξαιρετικός ερμηνευτής, καθώς υποδύεται δύο «συνθετικούς» ήρωες, κατασκευασμένους από τον άνθρωπο, τον Ντέιβιντ του «Προμηθέα» και τον «νέο και βελτιωμένο» Γουόλτερ, σε υπαρξιακή αντιπαράθεση, σε σκηνές που γίνονται αυτόματα κλασικές.

Το «Alien: Covenant» δεν έχει ανατροπές στην πλοκή του και, το σημαντικότερο, δεν καταφέρνει να δώσει στους ανθρώπους πραγματικούς, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αφήνοντάς τους φιγούρες σχηματικές. Ούτε και είναι πρωτότυπο σεναριακά, είναι μια ιστορία απόλυτα προβλέψιμη, που γνωρίζεις από την αρχή ακριβώς πού θα οδηγηθεί.

Είναι, όμως, αισθητικά αριστουργηματική, με μια Πόλη των Νεκρών βγαλμένη απ’ ευθείας από τη φαντασία του Γκίγκερ, μεστά τρομακτική, σινεφιλικά διασκεδαστική, όπως στην αριστοτεχνικά στημένη, απρόβλεπτη σκηνή σεξ βγαλμένη από σοφτ πορνό του ’70, η καλύτερη ταινία «Alien» μετά τις δύο πρώτες της σειράς.

Κι αν η διαδρομή είναι προβλέψιμη, με τέτοια φροντίδα στη σκέψη και τέτοιο πλούτο δημιουργικότητας, το ίδιο το ταξίδι δεν ξεκολλά από τη μνήμη.

NOVACINEMA ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ, NOVACINEMA ODEON ΜΑΡΟΥΣΙ, ODEON STARCITY, ODEON ESCAPE ΙΛΙΟΝ, VILLAGE MALL, VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ, VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ, VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ, VILLAGE ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΑΕΛΛΩ CINEMAX, ΓΑΛΑΞΙΑΣ, 3 ΑΣΤΕΡΙΑ Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ, ΦΟΙΒΟΣ, ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ ΑΙΓΑΛΕΩ, ΖΕΑ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ, ΒΑΡΚΙΖΑ, ΑΛΣΟΣ Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ, ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΧΑΛΑΝΔΡΙ, ΣΙΝΕ ΓΑΛΑΤΣΙ, ΣΙΝΕ ΠΑΛΛΗΝΗ, ΣΙΣΣΥ Ν. ΜΑΚΡΗ, ΣΙΝΕ ΣΕΛΗΝΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ

Αφτερλωβ   ★★★☆☆

(Ελλάδα, 2016, 94’)

  • σκηνοθεσία: Στέργιος Πάσχος
  • ηθοποιοί: Χάρης Φραγκούλης, Ηρώ Μπέζου

Με μια ρομαντική-κομεντί-και-όχι, ο Στέργιος Πάσχος κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλου μήκους ταινία και βραβεύεται στα Φεστιβάλ του Λοκάρνο και της Θεσσαλονίκης, γιατί η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς και γιατί, στο πρώτο του «μεγάλο» βήμα, αποδεικνύει ότι είναι έξυπνος και ταλαντούχος σκηνοθέτης.

Επενδύοντας στην παλιότερη μικρού μήκους ταινία του, «Ο Ελβις είναι νεκρός», όπου γνωρίσαμε τον Νίκο και τη Σοφία στην αρχή της σχέσης τους, τους συναντά κάποια χρόνια αργότερα, μετά το τέλος της.

Αφτερ λωβ, όταν ο Νίκος καλεί τη Σοφία σ’ ένα πολυτελές σπίτι με πισίνα, για ολιγοήμερες αστικές καλοκαιρινές διακοπές, αλλά όχι αλήθεια. Στην πραγματικότητα την κλειδώνει μέσα, ώσπου να του εξηγήσει γιατί χώρισαν. Γιατί αν δεν καταλάβει, πώς θα την ξεπεράσει; Γιατί άλλο το άφτερ κι άλλο το λωβ που διαρκεί.

Ο Πάσχος, με συμμάχους δύο νέους ηθοποιούς στα καλύτερά τους, την Ηρώ Μπέζου με φρεσκάδα και χάρη και τον Χάρη Φραγκούλη που στην οθόνη μεταμορφώνεται σ’ έναν άλλο αψύ Μπελμοντό, φτιάχνει μια ταινία εξαιρετικά διασκεδαστική, με έξυπνο, διαβρωτικό χιούμορ και μαζί απροκάλυπτα τρυφερή.

Καθώς το ζευγάρι μιλά ακατάπαυστα και ατακαδόρικα, μαλώνει κι ερωτεύεται από την αρχή, ο Πάσχος και το, γραμμένο μαζί με τους πρωταγωνιστές του, σενάριό του εκθέτει κι υπονομεύει όσα έχουν ποτέ συζητήσει μεταξύ τους ζευγάρια από γενέσεως κόσμου.

Την ίδια ώρα φροντίζει να αναιρεί τον ρεαλισμό της ιστορίας, θυμίζοντας τακτικά στον θεατή πως αυτό που βλέπει δεν είναι παρά σινεμά. Με ολοένα αυξανόμενες ριπές διαλόγων και αυτοαναίρεσης, με μια συνειδητή αναφορά στην εγκεφαλικότητα της νουβέλ βαγκ, όπως είναι φυσικό, ο ρυθμός προοδευτικά χαλαρώνει και η ταινία μοιάζει να παγιδεύεται στην ίδια της την επιλογή κατασκευής.

Ωσπου ο Πάσχος κάνει ξανά την ανατροπή, στεριώνει την κάμερά του μπροστά στον Νίκο και τη Σοφία και τους παρακολουθεί σε μια υπέροχη και σπαρακτική σκηνή σεξ που κάνει τα πάντα να μοιάζουν καλύτερα και χειρότερα.

Θαρραλέο και τολμηρό ως πρώτη ταινία, το «Αφτερλωβ» δείχνει το καλύτερό του πρόσωπο στην απλότητα του χιούμορ και της τρυφερότητάς του και συστήνει έναν σκηνοθέτη με πνεύμα, γνώση, ταλέντο και αγάπη (για το σινεμά και γενικότερα).

ΙΝΤΕΑΛ, ΔΑΝΑΟΣ, ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ, ΑΝΟΙΞΗ ΧΑΪΔΑΡΙ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΝΙΡΒΑΝΑ CINEMAX, ΝΑΝΑ CINEMAX

«Ενα προφίλ για δύο»

  • («Un profil pour deux», Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία, 99’), του Στεφάν Ρομπελέν. Με τους Πιερ Ρισάρ, Ιανίς Λεσπέρ, Φανί Βαλέτ.

Ολοι έχουν δικαίωμα στον έρωτα, αλλά κάποιοι δεν είναι σίγουροι πώς να τον διεκδικήσουν στα social media. Ειδικά ο 75χρονος Πιερ, που «γνωρίζει» τη νέα και όμορφη Φλόρα online, αλλά αγχώνεται όταν πρόκειται να συναντηθούν, μια και στο προφίλ του έχει βάλει φωτογραφία του νέου και όμορφου κομπιουτερά του, Αλεξ. Ανάμεσα σ’ ένα παιχνίδι σημερινών ηθών και μια αναφορά στον «Σιρανό», ρομαντική κομεντί όχι ρηξικέλευθη, αλλά σίγουρα τρυφερή.

«Ο τοίχος»

(«The wall», ΗΠΑ, 90’), του Νταγκ Λάιμαν. Με τους Ααρον Τέιλορ-Τζόνσον, Τζον Σένα, Λέιθ Νάκλι.

Το 2007, επί προεδρίας Μπους, ένας Αμερικανός στρατιώτης στο Ιράκ βρίσκεται στο στόχαστρο ενός sniper κι αναλογίζεται τρόπους διαφυγής, σωματικής και πνευματικής.

Ο Νταγκ Λάιμαν του «Mr. and Mrs. Smith» και του «The Bourne Identity» συγκεντρώνει την ενέργειά του στο πεδίο της μάχης και κάνει μια ταινία δράσης, ωμή και σωματική, αδιαφορώντας για χαρακτήρες και ήρωες και χτίζοντας μια ιστορία, αποκλειστικά, αυξανόμενης έντασης και αγωνίας.

«Σ’ αγαπώ ισπανικά»

  • («Kiki, El Amor Se Hace», Ισπανία, 102’), του Πάκο Λεόν. Με τους Ναταλία ντε Μολίνα, Αλεξ Γκαρσία, Πάκο Λεόν, Μπελέν Κουέστα.

Στη σημερινή Μαδρίτη, πέντε ζευγάρια δοκιμάζουν αλλαγές στις σχέσεις τους, με σκοπό το καλύτερο σεξ, το φρεσκάρισμα, το πάθος και την πραγματοποίηση των φαντασιώσεών τους.

Ερωτική, κυνική κωμωδία που παραπέμπει στο αυστραλέζικο «The little death», πιο τολμηρό σεξουαλικά, μια και είναι φτιαγμένο στην πιο «απελευθερωμένη» Ευρώπη, διερευνά την έλλειψη ειλικρίνειας στις ερωτικές, υποτιθέμενα συντροφικές, σχέσεις και απενοχοποιεί τις «σκανδαλιστικές» εμμονές, σε μια άνιση αλλά διασκεδαστική, στην πικράδα της, ταινία.

«Στέφαν Τσβάιχ: Αποχαιρετισμός στην Ευρώπη»

(«Stefan Zweig: Farewell to Europe», Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία, 106’) της Μαρία Σράντερ. Με τους Γιόζεφ Χάντερ, Μπάρμπαρα Σουκόβα, Τομά Λεμαρκί. Σ’ ένα φιλμ-παιχνίδι με τον χρόνο, η Σράντερ σχολιάζει το ίδιο το πέρασμα του χρόνου και της νιότης με την πίστη και τον ενθουσιασμό της στον άνθρωπο και στην ιδέα της πατρίδας.

Υποβολή της Αυστρίας για το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, παρακολουθεί τον Αυστριακό συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ, καθώς διαφεύγει με την άνοδο του ναζισμού στη Λατινική Αμερική.

Το βιογραφικό κομμάτι, συμβατικό και μάλλον παλιομοδίτικο, πνίγεται σ’ έναν διάλογο χωρίς αέρα και σε μια αγωνία διδαχής. Ως προς τις αναφορές της, όμως, στη σημερινή απειλούμενη Ευρώπη από τη διάσπαση και τον νεοναζισμό, η ταινία είναι εύστοχη και επίκαιρη.