Διαπραγματεύομαι την τιμή του δωματίου με τον ξενοδόχο. «Μπαλκόνι, θέα θάλασσα», μου λέει, «τα πίσω δωμάτια είναι πιο φτηνά». «Εκτός σεζόν» του λέω εγώ, και τα βρίσκουμε κάπου στη μέση. Τα σύννεφα αιωρούνται πάνω από τον Σαρωνικό, πυκνώνουν και μεταλλάσσονται παίρνοντας φασματικά, παράξενα σχήματα.
Συμβαίνει καμιά φορά, όταν απομακρύνεσαι από τα τετριμμένα της δύσκολης καθημερινότητας, να αισθανθείς την πραγματική δυνατότητα ύπαρξης ενός άλλου, ανώτερου στόχου. Την πραγματική χαρά του πνεύματος. Είναι εκείνη η γνωστή αίσθηση, το σωματικό σύμπτωμα της σύντομης, αληθινής ένωσης με τη φύση.
Τότε, είναι που θέλεις να κάνεις κάτι σχεδόν ξεχασμένο, αχνά ιδωμένο, χαμένο κάτω από τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Θέλεις να γευτείς το πρώτο παγωτό, να τρέξεις πάνω στο οδοντωτό σιρίτι των κυμάτων, να μείνεις για ώρες έξω ανακαλύπτοντας ξανά την εσωτερική γαλήνη που είχες ως παιδί.
Από το «μπαλκόνι, θέα θάλασσα», βλέπω πολλούς να περπατούν στην παραλία. Οι ντόπιοι ξεχωρίζουν από τους επισκέπτες. Βαδίζουν πιο γρήγορα, φορτωμένοι με ψώνια, αδιαφορούν για το ηλιοβασίλεμα, το πέταγμα των γλάρων, την ανοιχτή θάλασσα και τα βουνά στο βάθος του ορίζοντα που μεταμορφώνονται σε μεγάλους ακαθόριστους όγκους.
Εισπνέω το δροσερό αεράκι ανάμεικτο με ορεκτικές μυρωδιές από τη διπλανή ταβέρνα. Κάτι σιγοψήνεται στα κάρβουνα, μάλλον χταποδάκι. Ενας μαλλιαρός σκύλος με την ουρά να κουνιέται πέρα δώθε ξερογλείφεται και μπλέκεται στα πόδια των σερβιτόρων. Τον καταλαβαίνω. Πώς να αντισταθεί κανείς; Μα δεν θέλω ακόμα ν’ αφήσω την απόσταση από την πραγματικότητα που μου χαρίζει το ύψος του μπαλκονιού. Κι αν διαλυθεί η μαγεία;
Βέβαια, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι την ίδια ώρα στην πόλη, πολλοί άνθρωποι θα τρέχουν όλο βιασύνη για να προλάβουν λεωφορεία ή τρένα, να πάνε σπίτι, να μαγειρέψουν ή να πλύνουν, κι ίσως προλάβουν αργότερα να κάνουν ένα μπάνιο και ν’ αποκοιμηθούν κατάκοποι μπροστά στην τηλεόραση. Είναι σημαντικό «να το σκάμε» πού και πού.
Σε κοντινούς και μακρινούς προορισμούς ή έστω σε μικρές προσωπικές περιπλανήσεις στην πόλη που ζούμε. Αρκεί να μην χάνουμε –δύσκολο πολλές φορές– το χιούμορ, το πάθος, τη ζωτικότητα και το κουράγιο μας.
Κοφτά γαβγίσματα ακούγονται. Ο σκύλος μαλώνει τους γλάρους που πλησιάζουν τα τραπέζια διεκδικώντας τις μπουκιές που εκείνος θεωρεί δικαιωματικά δικές του. Ο μεγάλος του «αγώνας» μ’ έπεισε. Λέω να κατέβω να δοκιμάσω κι εγώ αυτό το χταποδάκι!
