Η αρχή είναι, ως γνωστόν, το ήμισυ του παντός, ενώ στις διαπραγματεύσεις είναι εξαιρετικά κρίσιμο ο κάθε «παίκτης» να αναλύσει σωστά τις επόμενες κινήσεις του αντιπάλου.
Σήμερα κατά την επανέναρξη των τεχνικών συζητήσεων ανάμεσα στα κυβερνητικά κλιμάκια και τους εκπροσώπους των δανειστών η κάθε πλευρά θα προσπαθήσει να εξαγάγει χρήσιμα συμπεράσματα για τα κρίσιμα ραντεβού των επόμενων εβδομάδων, ώστε να διαφανεί και ο χρόνος της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης.
Κυβέρνηση και δανειστές θα θέσουν επί τάπητος τις δικές τους απαιτήσεις και προτάσεις, ώστε αφ’ ενός να γεφυρωθεί το χάσμα για τη συμφωνία τεχνικού επιπέδου (staff level agreement) και αφ’ ετέρου να καθοριστούν το ύψος και ο χαρακτήρας των μέτρων για τα έτη από το 2019 και μετά.
Η διαπραγμάτευση θα κινηθεί σε δύο επίπεδα. Το ένα αφορά τις τεχνικές λεπτομέρειες, ήτοι τα ενεργειακά και τα εργασιακά. Μεγάλο πολιτικό βάρος έχουν οι μεταρρυθμίσεις στους εργασιακούς κανόνες, ενώ ο πρωθυπουργός την Παρασκευή στη Βουλή εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι «διαμορφώνεται η δυνατότητα επιστροφής της εργασιακής κανονικότητας πριν από το τέλος του προγράμματος».
Ανυποχώρητο το ΔΝΤ
Ο Αλέξης Τσίπρας επισήμανε ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι εξαίρεση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», ωστόσο το ΔΝΤ δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να υποχωρήσει εύκολα από τις θέσεις του.
Το έτερο ζήτημα αφορά πάντως τα μέτρα -θετικά και αρνητικά- για τα έτη μετά το 2019. Επ’ αυτών, οι διαπραγματευόμενες πλευρές εισέρχονται ουσιαστικά σε terra incognita, καθώς παραμένουν ζητούμενα το ύψος, το είδος και η διάρκεια των μέτρων αυτών, αλλά και οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Ο πρωθυπουργός επισήμανε απαντώντας σε ερώτηση του προέδρου της Ενωσης Κεντρώων ότι «δεν υπάρχει πλέον η παράλογη απαίτηση για επιπλέον μέτρα λιτότητας 2% του ΑΕΠ», αλλά και ότι «προτάσεις όπως αυτές του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών για πλεόνασμα 3,5% για 10 χρόνια ήρθε η ώρα να φύγουν από το τραπέζι».
Το αν αυτές οι προτάσεις θα φύγουν ή όχι από το τραπέζι αποτελεί ζήτημα ευρύτερο, πολιτικό και θα εξαρτηθεί από το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στο ΔΝΤ και το Βερολίνο για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος.
«Για κάθε ευρώ επιβάρυνσης από τις μεταρρυθμίσεις που θα προτείνουν οι δανειστές μας και θα επιμείνει το ΔΝΤ -για τις οποίες εμείς δεν είμαστε ικανοποιημένοι- θα υπάρχει και ένα ευρώ ελάφρυνσης από τις μεταρρυθμίσεις που θα προτείνουμε εμείς», δήλωσε επίσης ο Αλέξης Τσίπρας.
Οι μεταρρυθμίσεις που επεξεργάζεται η ελληνική πλευρά περιστρέφονται γύρω από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και τον επανασχεδιασμό του στα πρότυπα του ΦΜΑΠ, ώστε να επιβαρυνθεί η μεγάλη περιουσία, τη μείωση συντελεστών του ΦΠΑ σε είδη ευρείας κατανάλωσης και στοχευμένες παρεμβάσεις στο κοινωνικό κράτος.
Το πολιτικό πρόβλημα που καλείται να λύσει η κυβέρνηση δεν αφορά κυρίως το ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, καθώς ο υπολογισμός ισόποσων «θετικών μέτρων» είναι τεχνικά εύκολος.
Το δυσκολότερο ζήτημα αφορά την πλειονότητα των νοικοκυριών, δηλαδή τη δυνατότητα να υπάρξει ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα στην αγοραστική δύναμη της κάθε οικογένειας και του κάθε πολίτη.
Η κυβέρνηση πρέπει δηλαδή να απαντήσει πειστικά στο κοινωνικό ερώτημα «πώς θα αντισταθμιστεί μια μείωση στις συντάξεις διά της μείωσης των φόρων».
Οι ιδέες πέφτουν βροχή στο οικονομικό επιτελείο και την κυβέρνηση, ενώ στελέχη της θεωρούν ότι ο «διαμοιρασμός» των αρνητικών μέτρων σε βάθος ετών μπορεί να αποτελέσει «κλειδί» για την επιτυχή πολιτική διαχείριση της δυσχερούς κατάστασης.
«Fremdscham»
Στο εσωτερικό μέτωπο κυβερνητικά στελέχη επιμένουν στις μετωπικές επιθέσεις προς τη Ν.Δ. και τον πρόεδρό της. Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι «έχει κρυφτεί» και ότι «όχι μόνο δεν βάζει πλάτη, αλλά πάει στο Βερολίνο την ώρα της διαπραγμάτευσης και ρίχνει τα βάρη στην ελληνική πλευρά για την καθυστέρηση».
Χρησιμοποίησε μάλιστα τη γερμανική λέξη «Fremdscham» (σημαίνει «ντροπή για λογαριασμό άλλου») για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για την «αντιπατριωτική στάση» του προέδρου της Ν.Δ. Το δε Μαξίμου σε ανακοίνωσή του χαρακτήρισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη «αμετανόητο και εγκλωβισμένο σε μια στρατηγική μίζερης και μεμψίμοιρης αντιπολίτευσης».
