Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον.
Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη. Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό.
Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι.
Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.
Μόλις διάβασα την πρώτη του συλλογή, την «Αλητεία του αίματος», θυμήθηκα τη φράση του Τέλλου Αγρα για τον Καρυωτάκη: «Εκείνος ερχόταν από αλλού».
Το ήξερα το αλλού του Γιάννη Στίγκα, το επισκέφτηκα ένα βράδυ: είναι το εργαστήρι του Δόκτορος Φρανκενστάιν.
Εκεί φτιάχνει το Δημιούργημα. «Στραβά που σ’ έραψα / στραβά / στραβά θα με ξηλώσεις».
Δεν γράφει με πλήκτρα ή με στυλό. Μόνο με διαλύματα, νυστέρια και τσιγκελωτές βελόνες.
Τον επισκέφτηκα στο «Ισόπαλο τραύμα», στον «Δρόμο μέχρι το περίπτερο», στο «Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο».
Γράφω για τις συλλογές του, τις περιμένω για να γράψω. Ο ίδιος σπέρνει χάσματα και γκρεμούς ανάμεσα στους στίχους του.
Ξέρει την παύση, η σιωπή δεν είναι γι’ αυτόν «ο εχθρός του ποιητή». Δεν έχω σχέσεις με το λογοτεχνικό σινάφι, αλλά ο Γιάννης είναι φίλος μου.
Συναντιόμαστε μια-δυο φορές τον χρόνο. Τις συναντήσεις μας τις ονομάζω «καφεΐνη της αναγνώρισης».
● Ας ξεκινήσουμε από τον τόπο που διάλεξες να φωτογραφηθείς, το πάρκο Δρακόπουλου στα Πατήσια. Γιατί εκεί;
Πιτσιρικάς πήγαινα με τους φίλους μου. Τα πρώτα τσιγάρα εκεί. Συζητήσεις.
Και υπήρχε και το αρχοντικό του μεγαλογιατρού Δρακόπουλου από τον Μεσοπόλεμο.
Με μετόπες μαρμάρινες, κόρες ανάγλυφες, είχαμε μπουκάρει κάτι φορές.
Χαϊδεύαμε, φεύγαμε, δεν σπάζαμε τίποτα. Καλυμμένο από τη μούχλα ήτανε.
● Είχε κάτι στοιχειωμένο;
Με μάγευε. Δεν είχε την κατάρα του παραλληλόγραμμου στην αρχιτεκτονική.
● Πες μου για την έννοια του φθαρτού για να κλείσουμε με το αρχοντικό Δρακόπουλου.
Η έννοια της οντότητας. Και από την άλλη είναι και λίγο παρήγορο, ξέρεις, που έχουμε κοινό πεπρωμένο.
Διάβασα πρόσφατα στον Καμί: «Θα αγαπούσαμε το Σύμπαν περισσότερο αν ξέραμε ότι συμπάσχει μαζί μας».
● Με το πεπερασμένο της ύπαρξής μας;
Είναι παράλογο να σκέφτεσαι ότι καλούμαστε να αγαπήσουμε, να χτίσουμε, να πιστέψουμε, να γράψουμε ανάμεσα στο ελάχιστο της ύπαρξής μας και στο απέραντο του Σύμπαντος.
● Νευρολογία και ποίηση. Επικοινωνούν υπογείως;
Πριν από χρόνια θα σου έλεγα ότι ενδεχομένως να είναι και ασυμβίβαστα αυτά τα δύο. Τώρα πια δεν το πιστεύω.
Υπάρχει υπόγεια επικοινωνία. Εζησα στην Ιατρική την επαφή με τη φθορά, τον πόνο, τον θάνατο.
Εχω δουλέψει και σε ογκολογικό κι αυτό το ζόρι είναι κληρονομιά πολύτιμη και δύσκολη.
● Γίνεται καύσιμος ύλη;
Επίδραση στο βλέμμα. Μια στροφή του φακού.
● Τι είδους στροφή;
Τα νεύρα είναι γυμνά. Αν τα δεις απαλλαγμένα από τους μυς γύρω τους, δίνουν την εικόνα ηλεκτρικού κυκλώματος.
● Οι στίχοι σου είναι γυμνά καλώδια;
Ο τρόπος μου που δουλεύω τα ποιήματα είναι. Κι αυτός αλλάζει από βιβλίο σε βιβλίο.
● Πέντε ποιητικές συλλογές. Κάθε μια τους και μια μετατόπιση;
Τις επιδιώκω κιόλας. Οφείλω να αλλάζω από βιβλίο σε βιβλίο. Να ξαναβγαίνω παρθένος στο χαρτί.
Κάθε συλλογή να είναι μια εξαντλητική πρόταση για τον εαυτό μου.
● Ο άγραφος να εγγραφεί στο άγραφο;
Στην περιπέτεια, στην εξερεύνηση. Μεγάλο ξεβόλεμα και για μένα, ενδεχομένως και για τον αναγνώστη, αλλά και ό,τι πιο ειλικρινές μπορώ να κάνω.
● Να ξεβολεύεσαι για να μας ξεβολεύεις;
Να ξεβολευόμαστε για να συνεχιστεί η περιπέτεια.
Ας πούμε, στον «Ρούμπικ» υπάρχει ένα στοιχείο ευτράπελου, έντονου σαρκασμού, αυτοσαρκασμού, μια λοξή ματιά πρώτη φορά τόσο έντονη.
● Τα τέρατα κοροϊδεύουν τον δημιουργό.
Τον ξηλώνουν και ο δημιουργός τα ξηλώνει με τη σειρά του.
● Φτάνοντας στην ισοπαλία της απογύμνωσης;
Ναι, μ’ αρέσει έτσι όπως το λες. Και να σου πω και κάτι άλλο;
Οταν ξεκινάει κανείς το ταξίδι της γραφής, δεν εισάγει ένα ψέμα στην ιστορία της ζωής;
Είναι δυνατόν ένας 25άρης να είναι το ίδιο με έναν 45άρη; Δεν μας αλλάζει ο χρόνος;
● Αλλάζοντας καθοριστικά και τη γραφή μας;
Αλλάζει το βλέμμα. Βαθαίνει αυτό, βαθαίνουμε κι εμείς. Αποφεύγει, αποφεύγουμε κι εμείς.
● Η ποίηση για σένα είναι η αποτύπωση του βιώματος ή ο μετασχηματισμός του σε νέο βίωμα;
Συμβαίνουν και τα δύο. Δεν νομίζω ότι μπορούν να γραφούν ποιήματα αν δεν υπάρξει βιωματική σχέση.
● Αλλά ο Κάφκα μιλάει για την ανάγκη όχι να γράψει, αλλά να γραφτεί. Να γίνει η εντύπωση που τείνει να μετασχηματιστεί.
Θα σε πάω απευθείας στον Ντίλαν Τόμας: «Κάθε καινούργιο αληθινό ποίημα αλλάζει για πάντα τη δομή του κόσμου».
Δεν είναι ίδιος ο κόσμος από τον Μπόρχες, τον Κάφκα, τον Σέξπιρ και μετά.
Ούτε το βίωμα αναγκαστική κραιπάλη που ο Ρεμπό τη χαρακτηρίζει βλακεία.
Μπορεί να είναι η ανάγνωση ενός βιβλίου, ένας περίπατος, ακόμη και η συζήτησή μας.
Είναι σημαντικό που όσο ζοφερό και μαύρο κι αν είναι το βίωμα, η δημιουργία εκβάλλει στο φως.
● Το ποίημα είναι η κατεργασία του κρυμμένου ώστε να φανερωθεί δίχως να προδώσει το μυστικό του;
Ετσι ακριβώς. Ξέρεις, ποτέ δεν αγάπησα την αμερικάνικη σχολή, τη φάτσα φόρα εξομολόγηση.
Δεν το χρειάζομαι να ξεμπροστιάσω τα βιώματά μου. Θέλω στην ποίηση να μιλάω βιωματικά και ταυτόχρονα…
● Το μυστικό να παραμένει στο βάθος;
Να παραμένει δικό μου. Ετσι ξεχωρίζουν τα αληθινά ποιήματα από τα ψεύτικα.
Δεν χρειαζόμαστε δακρύβρεχτους στίχους. Η ποίηση δεν είναι για να εκφραζόμαστε, αλλά για να εξερευνούμε τρόπους, τον εαυτό μας και κατ’ επέκταση τον κόσμο…
● Ο πρώτος ποιητής που διάβασες και είπες «εδώ είμαι»;
Να σου πω κάτι που δεν το έχω πει πουθενά. Ξεκίνησα γράφοντας διηγήματα που ήταν ψιλοάθλια.
Είχα αδιαφορία για την ποίηση εξαιτίας του τρόπου που μας τη δίδαξαν.
Επεσα από καραμπόλα στο «Μια εποχή στην Κόλαση» του Ρεμπό.
Σ’ αυτόν τον δαίμονα έπεσα και βρέθηκα στο κέντρο του κατακλυσμού.
● Εχεις υπομονή;
Μόνο όταν γράφω. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ατελείωτα αν βάλω εκεί το «και», εκεί το κόμμα, αν αυτή είναι η σωστή λέξη, πού θα σπάσει, πώς θα κολλήσει.
● Βλέπω παθογένειες στους νέους ποιητές. Παιδικές ασθένειες, όχι μόνο στο επίπεδο της γραφής αλλά και στου ανταγωνισμού την καθημερινή ανοησία.
Για μένα το πρόβλημα ξεκινάει από τη γενιά του ’70. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και μιλάω για τη Ρουκ, που είναι παλαιότερη, τον Κοντό, τη Μαστοράκη, τη Λαϊνά, τον Γκανά, τον Βαρβέρη, διαφοροποιημένους και στο επίπεδο του ύφους και της ποιητικής ηθικής.
Να μην ξεχάσουμε και τον Στεριάδη, που δεν του έχει δοθεί η προσοχή που του αξίζει.
● Φτιάξε μου ένα ποιητικό αίνιγμα.
Να πω δυο στίχους που μου ήρθαν στο μυαλό;
«Ενα τσιγάρο, δύο τσιγάρα, στο μοναχικό δωμάτιο, ο άντρας είναι πυγμάχος, η γυναίκα είναι καρφίτσα». Σαχτούρης.
Πόσο τεράστιο πεδίο σου αφήνει αυτός ο στίχος.
● Τι μπορεί να στενέψει τον ποιητικό ορίζοντα;
Ο εγκεφαλισμός, η ναρκισσιστική περιπλοκότητα και η ψευτιά.
Κι ακόμη βλέπω τα ποιήματα να πάσχουν σε επίπεδο σύνθεσης.
● Εμένα μου γκρεμίζονται. Αδειάζουν, κατρακυλάνε. Μ’ αρέσει η εικόνα μ’ ένα χαντάκι που πρέπει να το πηδήξω για να πάω στον επόμενο στίχο διανοητικά, ψυχικά, ακόμα και σωματικά. Εσύ είσαι ποιητής μετ’ εμποδίων;
Και εμποδίων και ανώμαλου δρόμου.
● Η λογοτεχνία δεν γράφεται με αισθήματα. Τα καλά αισθήματα κάνουν κακή λογοτεχνία;
Παράγουν ποιητικούρες, όπου ο ποιητής παριστάνει «ένα βροχερό απόγευμα, στον ύπνο του, μια πολίχνη…».
Αλλά η ποίηση μόνο προτείνει. Είναι δυνατόν να κάνεις σήμερα πολιτική ποίηση εξ καθέδρας;
● Γι’ αυτό γράφεις «α ρε Μαγιακόφσκι που σας χρειάζεται».
Γιατί ο Μαγιακόφσκι διαψεύστηκε με τον χειρότερο τρόπο.
Δεν υπολόγισε κόστος προσωπικό και προσπάθησε να σπάσει το ψευδές κατασκεύασμα στη ζωή και την ποίηση, με τεράστιο πάθος όμως για το βάθος τους.
● Εχω σκεφτεί ότι αν ο κάθε συγγραφέας έδινε 10 λεπτά για κάθε λέξη που χρησιμοποιεί, η λογοτεχνία θα ήταν καλύτερη.
Εχεις δίκιο. Γράφονται πράγματα άκοπα, αβίαστα, χωρίς κόστος.
● Πες μου για το κόστος της ποίησης.
Είναι η διάλυση της πλάνης. Το ποίημα θα σε πετάξει απ’ έξω.
Αφού το γράψεις, να μην το προδώσεις με τη ζωή σου.
Ενας στίχος μου έχει γίνει σύνθημα σε εξαρχειώτικο τοίχο: «Τη φωνή μου ρε, κι ας μην έχω να φάω».
Επέλεξα να έχω μια δουλειά για να έχω να φάω. Για να μην προδώσω τα ποιήματα με τη ζωή μου.
● Γιάννη, γράφεις «καιρός να πάμε με τον μύθο». Ποιον μύθο υπαινίσσεσαι;
Θυμάσαι το «Κουτσό» του Κορτάσαρ, όπου ο Ολιβέιρα και η παρέα του αποφασίζουν ξαφνικά να οργώσουν όλο το Παρίσι μέχρι να βρουν ένα κόκκινο κουρέλι στον δρόμο;
Το πήρανε το κουρέλι και το έκαναν περιπέτεια.
Δεν θέλω να προσδιορίσω το κουρέλι, αλλά αν είναι να ορίσουμε σήμερα την ανθρώπινη συνθήκη με αριθμούς και διαγράμματα, ε, τότε χίλιες φορές να πάμε με τον μύθο.
● Στο ένα χέρι το μολύβι, στο άλλο το ψαλίδι. Είσαι και ο λογοκριτής σου και η Ιερά σου Εξέταση;
Πάντα το κάνω αυτό. Οφείλω να βλέπω τα ποιήματά μου αυστηρά.
Το προσωπικό το κοιτάζω ψυχρά και αποστασιοποιημένα.
● Αρα πέφτει η θερμοκρασία του μετάλλου.
Ναι, σαν τους σιδεράδες. Χτυπάς το μέταλλο μέχρι να ακούσεις τον ήχο που κάνει παγωμένο.
● Το ακούς;
Και βέβαια, το ψαλίδι είναι πιο σημαντικό από το μολύβι.
● Να πούμε για μια δικιά μου εμμονή, την «περιπέτεια του μετά». Εκεί ξεκινάει για μένα η βαθιά πληγή. Δεν μπορώ να πω προς τα έξω «κοιτάξτε τι έβγαλα από μέσα μου και σας το προσφέρω» – μπορεί να έχω βγάλει κι ένα ρέψιμο. Ποιος αγαπάει τα έντερά του όταν τα κρατάει στα χέρια του; Το τελειωμένο βιβλίο αρχίζει να με σκάβει μόλις μπει η τελεία. Ποιος είμαι μετά από το βιβλίο μου;
Εμένα η σχέση μου αυτή αλλάζει από βιβλίο σε βιβλίο.
Στα τελευταία βιβλία αλλά και σε κάτι που έχω στα σκαριά και θα βγει σύντομα, με έπιασε απελπισία: «μη φεύγεις, πού πας, δεν θέλω να σε μοιραστώ».
Αλλά το ποίημα δεν αληθεύει σε σένα, αληθεύει στον αποδέκτη.
● Στην πρόσληψή του;
Η πρόσληψη με αφήνει αδιάφορο. Ο Μέλβιλ ξεχάστηκε, ο Μόμπι Ντικ του ομοίως για 50 χρόνια.
Για τον Μπλέικ έγραφαν «απαγορέψτε σε αυτόν τον τρελό να μιλάει».
Κάποτε έτρεξε κάποιος στον Γκάντι και του είπε «δάσκαλε, μην πας να μιλήσεις σήμερα γιατί έχω πληροφορίες ότι θα αποπειραθούν να σε σκοτώσουν».
Και ο Γκάντι του απάντησε «εγώ θα πάω να κάνω τη δουλειά μου και ο δολοφόνος θα κάνει κι αυτός τη δουλειά του».
Αρα κι εμείς θα κάνουμε τη δικιά μας.
● Θυμάμαι τον Σαχτούρη, «εμένα δεν θα με βρείτε σε συμπόσια. Καμιά ποίηση δεν γράφτηκε ποτέ εκεί». Μοιάζει αμεταβίβαστη η εμπειρία του παρελθόντος, ο Αναγνωστάκης, ο Αλεξάνδρου. Λες και δεν ακούστηκε η φωνή της ταπεινότητας, πως ο ποιητής πρέπει να σκύψει κάτω από τις λέξεις.
Ξέρεις τι μου έρχεται τόση ώρα στο μυαλό; Τρώγομαι να σ’ το πω, αν και δεν πρέπει, επειδή είναι δικό μου: «όταν υποδύεσαι το φεγγάρι να το υποδύεσαι και στη χάση του».
Δεν γίνεται να αγαπάς τον Καρούζο και να κρατάς μόνο την μποέμικη φάση του. Να ξεχνάς ότι έκανε Μακρόνησο.
Το ομολόγησε στο κρεβάτι του πόνου 10 μέρες πριν πεθάνει. Εμείς κρατάμε τα ξενύχτια, το αλκοόλ, τον καταραμένο μποέμ.
● Για μένα τα παραδείγματα είναι ο εγκλεισμός του Σαχτούρη στο δυάρι στην Κυψέλη, η εφ’ όρου ζωής απομόνωση του Αρη Αλεξάνδρου και η τελική σιωπή του Αναγνωστάκη.
Από τους τρεις περισσότερο με συγκινεί ο Αρης Αλεξάνδρου. Τρίφτηκε πολύ με τη ζωή.
● Η αίσθηση πως αποσυνθέτεις διαρκώς το πρόσωπό σου για να ξαναβρεθείς με άλλο πρόσωπο κάθε φορά δίνει ίλιγγο σ’ αυτή την εναλλαγή;
Η ποίηση είναι και μια ιλιγγιώδης μοναξιά. Αλλιώς θα φερθώ στον Δράκουλα, αλλιώς στον Μονόκερο. Δεν έχω καμία σιγουριά όταν γράφω.
Νομίζω ότι είναι καλό που αμφιβάλλω. Που ξεκινάω να γράφω σαν παιχνίδι.
Ο «Δρόμος» είναι ένα βιβλίο που δεν περίμενα να το γράψω. Μονόλογος.
Αλλά όπως είχες πει κι εσύ, όχι τυφλός μονόλογος, με απεύθυνση σχεδόν πολιτική.
● Τον Φλομπέρ τον ρήμαζε η αγωνία της αλλήθωρης λέξης. Οταν βρεις επιτέλους τη λέξη που σε κοιτάει κατάματα είναι απελευθέρωση;
Χαρά, ηδονή, δεν περιγράφεται. Και γι’ αυτό ξαναγυρνάω, δεν μπορώ χωρίς αυτές. Και γιατί χωρίς την ποίηση είμαι λειψός άνθρωπος.
● Ο Μπέκετ έγραψε τις «Ευτυχισμένες μέρες» με την αγωνία πως τον εγκαταλείπουν οι λέξεις. Τι μορφή παίρνει η σιωπή για σένα;
Τρομακτική. Είχα περάσει μια τετράχρονη σιωπή που είχε να κάνει με το δικό μου αδιέξοδο για το πώς θα συνεχίσω μετά το «Περίπτερο».
Με νοιάζει κάθε μου βιβλίο να είναι ορειβασία απόκρημνη ή πυροβασία.
Η αστοχία στην ποίηση ισούται με την αστοχία στην ύπαρξη, μπορείς να βραχυκυκλώσεις.
Δεν πιστεύω ότι μας εγκαταλείπουν οι λέξεις, εμείς τις εγκαταλείπουμε.
● Η σιωπή είναι εχθρική;
Αν έχει να κάνει με την ανία, ναι. Δεν τις βρίσκω όλες τις σιωπές γοητευτικές.
Κάποιες έχουν ένα λύγισμα απολύτως ανθρώπινο.
Ξέρεις πού μ’ αρέσει πολύ η σιωπή; Στη φιλία.
Μπορούμε να κάτσουμε 5 λεπτά και να μη μιλάμε και να κοιταζόμαστε; Σημαίνει ότι έχουμε κατακτήσει κάτι βαθύτερο.
● Στο «Ισόπαλο τραύμα» ανεβαίνεις στο ρινγκ με τους «πατεράδες» ποιητές. Με τον τρόπο του Χάρολντ Μπλουμ στην «Αγωνία της επίδρασης».
Το «Ισόπαλο τραύμα» είναι το προσωπικό μου εικονοστάσι. Είναι ένας διάλογος με ανθρώπους που με σημάδεψαν και τους το χρώσταγα.
Κλέβω ανερυθρίαστα τον Μπόρχες, «γράφω για μένα, για μερικούς φίλους και για ν’ απαλύνω τη ροή του χρόνου».
● Για τον ενδιάθετο αναγνώστη, όπως προτιμάω να ονομάζω τον ιδανικό;
Εμείς είμαστε αυτός. Αν εσένα δεν σου αρέσει το ποίημά σου, όποιος και να σου πει οτιδήποτε σου αρκεί;
● Ναι, αλλά ξετυλίγεται ένας διάλογος σχιζοφρενικός στο μυαλό μας, γιατί κάθε συγγραφέας είναι τουλάχιστον διχασμένος. Ενιαίος δεν είναι κανείς στη γραφή. Δεν είναι ο διχασμός η αναγκαία συνθήκη του γραφιά;
Και βέβαια είναι, γι’ αυτό και μιλήσαμε για την αμφιβολία και για όλη τη δυσκολία, αλλά εντέλει εσύ ξέρεις καλύτερα από τον καθένα αν είναι η κατεύθυνση σωστή.
● Γιατί θα αναλάβεις την τελική ευθύνη;
Αυτή είναι αποκλειστικά δική σου για κάθε σου λέξη. Μπορεί να τις αγαπάς, αλλά δεν ταυτίζεσαι μ’ αυτές. Θα τις κρίνεις. Είσαι σε θέση;
Μπορεί να κάνεις και λάθος. Σημασία έχει να την αναλάβεις.
● Σχετικά με τη συλλογή που έχεις στα σκαριά. Πόσο καιρό τη γράφεις;
Δεν ξέρω. Ειλικρινά, δεν ξέρω πόσο καιρό δουλεύει υπόγεια μέσα μου.
Η σιωπή που σου περιέγραψα, η τετραετής, πιστεύω ότι έχει άμεση σχέση με τα τωρινά ποιήματα.
Θα σου πω, και θα το πω μόνο σε σένα επειδή σε αγαπώ πολύ. Είναι έτοιμο το βιβλίο. Πιστεύω ότι θα βγει μέσα στο 2017.
Δεν θα σου πω τίτλο, θα σου πω το περιεχόμενο.
Ουσιαστικά είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να εξερευνήσει την έννοια της πτήσης και βέβαια την έννοια της πτώσης.
Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα βιβλίο που μιλάει έντονα για την έννοια του θανάτου και του Θεού.
● Τις δυο κινήσεις της ποίησης. Αυτές συνθέτουν το ταξίδι της;
Και της ζωής. Σκληρό βιβλίο έως και κυνικό, αλλά ίσως να σώζεται και μια τρυφερότητα υπόγεια.
ΥΓ.: Τον τίτλο φυσικά μου τον είπε. Είναι από τις διπλές πόρτες που ανοίγουν τα δωμάτια των συλλογών του Στίγκα. Στο ένα φύλλο η πτήση, στο άλλο η πτώση, αλλά η πόρτα ανοίγει με νυχτερινό κωδικό.
Ποιητικές συλλογές Γιάννη Στίγκα
▸ Η αλητεία του αίματος (2004, Γαβριηλίδης)
▸ Η όραση θ’ αρχίσει ξανά, (2006, Κέδρος)
▸ Ισόπαλο τραύμα (2009, Κέδρος)
▸ Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο (2012, Μικρή Αρκτος)
▸ Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, Μικρή Αρκτος)
