Μεταξύ σχολείου, κουζίνας και στούντιο ανδρώθηκε ο Νικολής. Στα δεκαοκτώ μπεγλέριζε στα δάχτυλα τα μυστικά του Τσελεμεντέ. Εφάμιλλος της μάνας του· «και καλύτερος» καμάρωνε εκείνη. Πέτυχε με ευκολία στο Τμήμα Τροφίμων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου. Η οικογενειακή επιχείρηση εξασφάλιζε μπέικα τη φοίτησή του και αποταμίευε ήδη γενναίο κονδύλι για τα μεταπτυχιακά. Απέδιδε την έλξη που ασκούσε στο θηλυκό στοιχείο της σχολής στα παλαιά ιδιαίτερα του «52» και του «37», με τις καθηγήτριες των οποίων διατηρούσε πάντοτε στενές επαφές.
Ενθουσιάστηκε με τη ζωή του Λονδίνου, όπου συνέχισε τις σπουδές του. Απογοητεύτηκε οικτρά, όμως, από το φαγητό. Η νοσταλγία για τη μαγειρική της μαμάς τού προκάλεσε στερητικό σύνδρομο. Αρωγός στην απόγνωσή του ο «Συριανός σύζυγος» του Ροΐδη, με τον οποίο η Αντιγόνη τον τριβέλιζε χρόνια, πρόσφερε τη θαυμαστή ιδέα στο πιάτο. Εν προκειμένω το εδάφιο περί γαστριμαργικών απολαύσεων: «Τοιαύτην τινά ευδιαθεσίαν φαίνονται επιδιώκοντες οι ροφηταί οπίου και χασίς. Ταύτα έχουσι το πλεονέκτημα να είναι πρόχειρα και ευθηνά, πολύ όμως απέχει η εξ αυτών νοσηρά διέγερσις από την μακαριότητα εκείνην, την οποία γεννά η περί πολυτελή τράπεζαν σύγχρονος ικανοποίησις όλων ημών των αισθήσεων, το θάλπος της εστίας, η επί των αργυρών και κρυσταλλίνων σκευών αντανάκλασις του φωτός, αι αναθυμιάσεις της ανθοδόχης, το θαλάσσιον άρωμα των οστρειδίων, δύο ή τρία ποτήρια γέροντος οίνου και η παρουσία νέας γυναικός, της οποίας ανάπτει βαθμηδόν η όψις και σπινθηρίζει το βλέμμα».
Κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων κουβέντιασε διεξοδικά με τη Ρόζα και έκαμψε με γαλιφιές τις αρχικές αντιρρήσεις της μητέρας του, πείθοντάς την να ανοίξει τον μπεζαχτά. Το PorNick’s εγκαινιάστηκε στο Κόβεντ Γκάρντεν στις 7 Απριλίου· για γούρι. Επρόκειτο για πολυτελές εστιατόριο με έθνικ διακόσμηση και ψαγμένες γκουρμέ συνταγές του Νικολή, βασισμένες σε υλικά βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας που έφθαναν άφθονα από την πατρίδα.
Πρωτοτυπία του το ότι οι κάπως περισσότερο πεινασμένοι πελάτες μπορούσαν να γευματίσουν ή να δειπνήσουν στα σεπαρέ με συντροφιά αιθέριες υπάρξεις, τις οποίες εκπαίδευε με σχολαστικότητα η Ρόζα και ακολουθούσαν κατά βούληση τους συνδαιτυμόνες τους εκτός καταστήματος για ένα χωνευτικό ποτό και ό,τι ήθελε προκύψει. Η ανταπόκριση του λονδρέζικου κοινού ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Απαντα τα τραπέζια ήταν ρεζερβέ εβδομάδες πρωτύτερα από λαίμαργους άνδρες, αλλά και γυναίκες της χάι σοσάιετι, που δεν έκρυβαν την αδυναμία τους στο νησί και την ποίηση της Σαπφούς. (Συνεχίζεται)
