Χρήστος Αγγελάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «Ψηφίδες της πόλης» είναι μια βόλτα δύο φίλων, του συγγραφέα Χρήστου Αγγελάκου και του φωτογράφου Βασίλη Μαθιουδάκη, σε πρόσωπα που τους εμπνέουν και στις προσωπικές τους στιγμές στο αθηναϊκό περιβάλλον.

Μια προσπάθεια να δοθεί πρόσωπο στην απρόσωπη πόλη.

Η βόλτα γίνεται μ’ ένα παλιό τζιπάκι, που τα παράθυρά του ανοίγουν με χερούλια και δεν έχει κλιματισμό.

Ζέστη στη ζέστη, κρύο στο κρύο, οι πιο άβολες προϋποθέσεις φτιάχνουν το καλύτερο ταξίδι.

Φτάνει ο δρόμος να είναι καλός.

Πρώτη φορά που μιλήσαμε. Αλλά με την πρώτη μου αίσθηση συμπαγή πως αυτό το παιδί μπορεί να εξυφάνει μια θεατρική συνωμοσία.

Και πως εκείνο που βγάζει προς τα έξω τον σκάβει παράλληλα προς τα μέσα. Θέλει να φωτογραφηθεί στην Οδό Κυκλάδων, στη μεσοπολεμική πολυκατοικία δίπλα στο θέατρο του Βογιατζή.

«Καθαροί πια», Σάρα Κέιν, οχτάμηνες πρόβες στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου. Οταν η Τζένη Μαστοράκη παραδίδει στον Βογιατζή τη μετάφραση, ξέρει ότι του βάζει στα χέρια μια βόμβα δουλεμένη με τον τρόπο των αλχημιστών.

Ο Βογιατζής φωνάζει τον Γιάννο για τον πρώτο του ρόλο: «Αν σε πάρω, θα παίξεις σ’ ένα έργο για την αγάπη που δεν έχω ξαναδιαβάσει όμοιό του».

Δεκαεννέα χρόνων, τον βγάζει γυμνό στη σκηνή. Τον ξεγυμνώνει σωματικά και υπαρξιακά και τον παραδίδει στον ρόλο του αυτόχειρα ερωτευμένου.

Το φιλότεχνο κοινό των «Αγροίκων» αποχωρεί από τις «Ροές». Οσοι μένουν ενθουσιάζονται.

Η Αμαλία Μουτούση αναρωτιέται στο τέλος των παραστάσεων: «Μα γιατί χειροκροτούν; Δεν καταλαβαίνω».

Η περιπέτεια όλων τους έχει μόλις ξεκινήσει.

Ο Γιάννος την έκανε προσωπική. Κάποια ίχνη της ελπίζω να διασωθούν σ’ αυτήν τη συνάντηση που έγινε σ’ ένα μπαράκι με το όνομα «Αλλοτινό». Αλλοτινό όπως το μέλλον.

⚫ Τι θυμάσαι από τις πρόβες στη Σάρα Κέιν;

Εσύ τι θυμάσαι από την παράσταση;

⚫ Να με καταπίνει η μαύρη τρύπα.

Δεν την ήξερες ούτε εσύ ως συγγραφέα;

⚫ Οχι, αλλά θυμάμαι την κατάρα της αγάπης. Πήγαινέ με σε κείνες τις πρόβες.

Εγώ είχα και την πετριά του μυαλού μου και τρεφόμουν όλους αυτούς τους μήνες με τα σοκολατάκια που με τάιζε ο Λευτέρης.

Είχα λιποθυμήσει επί σκηνής την ώρα που αυτοκτονούσα.

Και μετά ξανασηκώθηκα και ξανάκανα τη σκηνή κι αυτό μου το είπαν ο Νίκος και η Αμαλία μετά. Ηταν ένα λαγούμι.

Αλλά ήταν ευχάριστα και καλά τότε με τον Λευτέρη. Ισως επειδή ήμουν αδιανόητα αθώος και μικρός.

Υπήρξε πολύ στηρικτικός. Αργότερα, στην Αναγνωστάκη, συνάντησα την οργή του και δεν άντεξα κι έφυγα.

⚫ Και η περίφημη «δυσκολία» του Βογιατζή; Ηταν κομμάτι της προσωπικής του δυσκολίας; Ηθελε να τρυπήσει με το βλέμμα του το θέατρο;

Μπήκα στη δυσκολία που περιγράφεις και την αγιοποίησα. Πλούτισα από αυτήν.

Ο Λευτέρης προϋπέθετε πως όποιος είναι μαζί του, θα τη ζει κι αυτός 27 ώρες το 24ωρο.

Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο ηθοποιός δεν είναι χειραφετημένος και ζητάει τη βοήθειά του.

Τι θα πει να μη νιώθεις υπεύθυνος κάθε δευτερόλεπτο στη σκηνή; Μου πήρε 15 χρόνια. Λογοδοτούσα στον Λευτέρη που δεν ήμουν δίπλα του.

Που ανέπνεα, κουνούσα το δάχτυλό μου έτσι και όχι αλλιώς, που άνοιγα το στόμα μου.

Από την άλλη, καταλαβαίνω πια ότι ο Λευτέρης «έκλεβε» κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κέρδιζε χρόνο για να εξερευνήσει πώς από τα λάθη θα βγάλει το σωστό.

Αγαπούσε τις πρόβες, όχι τις παραστάσεις. Αγαπούσε το καβουρντιστήρι των αισθημάτων, των ψυχών, επιβεβαίωνε τον τίτλο του τελειομανούς.

Ο οποίος κατά τη γνώμη μου τον σκότωσε.

⚫ Είχε αφοσιωθεί στη βάσανο του θεάτρου;

Με τον τρόπο που σ’ έσπρωχνε ν’ ασχοληθείς, ναι. Αλλά αν είχες την ψυχραιμία να μετατοπιστείς και να τον παρατηρήσεις τι κάνει, θα έλεγες πως ήταν ένας κλόουν. Ενας παλιάτσος.

Πολλοί άνθρωποι που τον ήξεραν μου έλεγαν «ο Λευτέρης είναι ο Τζέρι Λιούις». Παλιάτσος για τον εαυτό του, κι έτσι σε κέρδιζε.

⚫ Τι σου έδωσε;

Να καταλάβω γιατί ανέβηκα στη σκηνή. Αλλά δεν ήταν παιδαγωγός. Δεν άφησε μαθητές και ούτε ήθελε ν’ αφήσει.

Για ελευθερία μίλαγε, χτισμένος όμως μέσα στην τέχνη του. Μόνο που δεν μπορούσε να σου την πει αυτήν τη λέξη. Δεν την έζησε.

⚫ Τη χρειαζότανε;

Σήμερα που έχουμε διαλυθεί από τους φορμαλισμούς και τις θολούρες, νομίζω πως θα ριχνόταν στο κυνήγι της.

Γιατί δεν υπάρχει πια ο δικός του αναβρασμός.

⚫ Σκέφτομαι τη δική σου παράσταση, τον «Αδαή και Παράφρονα» του Μπέρνχαρντ. Ο ρόλος του θεάτρου είναι να μας ξεβολεύει;

Να περνάμε κάτι αληθινό. Τότε ξεβολευόμαστε και αναγνωρίζουμε αυτό που δεν ξέραμε πως υπάρχει.

Γι’ αυτό πηγαίνουμε στο θέατρο. Οχι για να επιβεβαιώσουμε το δείγμα γραφής του σκηνοθέτη.

Εχει γίνει κι αυτή η αλλοίωση. Στην πραγματικότητα πας να δεις μια περιπέτεια.

Αν τη ζουν οι ηθοποιοί, θα τη ζήσεις κι εσύ.

⚫ Τι αναστέλλει την περιπέτεια;

Ολα πια είναι αφήγηση. Δεν τις αντέχω άλλο τις αφηγήσεις που επιβεβαιώνουν θεωρήματα και σχήματα. Φοριούνται στους ηθοποιούς και τους απομονώνουν ενώ θα έπρεπε να παθαίνουν κάτι.

⚫ Βογιατζής και Παπαβασιλείου, δύο λεωφόροι; Πες μου τις διαφορές τους.

Μέσα από τον Μπέρνχαρντ θα σ’ τις πω γιατί είναι και οι δύο μπερνχαρντικά πρόσωπα. Από μικρός, αυτούς τους δύο ήθελα να συναντήσω.

Με τον Βασίλη τα κατάφερα με 17 χρόνια καθυστέρηση. Είναι δύο διαφορετικές εκδοχές γονιών.

Ο Λευτέρης ήταν η προέκταση της σχέσης με τη μητέρα μου, η οποία μου έστηνε το καθήκον της τελειότητας. Προς το άπιαστο.

Στον Μπέρνχαρντ κρέμονταν πάρα πολύ ψηλά τα κάδρα της οικογένειας Κιρστάιν που πνίγανε τα παιδιά.

Τα έβαλα και στον Ιμάνουελ Καντ, στην πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησα στη Φρυνίχου.

Ο Βασίλης είναι το εντελώς αντίθετο. Ετσι και αισθανθεί πως τον ονομάζεις πατέρα, μπορεί και να σε βρίσει.

Δεν τον θέλει αυτόν τον ρόλο.

Επρεπε να λύσω τα θέματά μου ως ηθοποιός, να δοκιμαστώ και στη σκηνοθεσία, για να τον συναντήσω χωρίς να με παραλύει ο θαυμασμός μου.

⚫ Είναι απελευθερωτικός ο Βασίλης;

Ναι, μωρέ, είναι απελευθερωτικός. Την τρίτη σκηνή του έργου που την έγραψε πάνω μου, μου την έφερε 5 μέρες πριν από την πρεμιέρα.

Μαθαίνω εύκολα, είμαι παπαγάλος. Και είδα τα ωραιότερα λόγια που έχω πει ποτέ στο θέατρο.

Μου το διάβασε κι έκανα δυο ώρες να συνέλθω από το κλάμα. Μου είπε να βάλω κάτι άνω τελείες, τίποτε άλλο.

Κι έρχεται στη γενική δοκιμή και τι μου λέει; «Γιάννο, διώξε με από τη σκηνή, και θα με διώξεις στ’ αλήθεια. Θα μου πεις, φύγε, να μείνω μόνος μου. Για να μη μου λογοδοτεί ούτε μια σκέψη σου».

Το διανοείσαι; Ενηλικίωση με τον πιο γενναιόδωρο τρόπο.

«Διώξε με, πες μου φύγε, άνθρωπέ μου, να παίξω».

⚫ Γκρέμισε τον ανδριάντα του πατέρα. Οπως το είχε κάνει κι ο ίδιος με τον Κουν και τον Μινωτή.

Ναι, αλλά το έκανε προσωπικά. Σαν Βασίλης στον Γιάννο. Γκρέμισε τον ανδριάντα του για να με απελευθερώσει.

⚫ Ποιο είναι το κόστος της δικής του απελευθέρωσης;

Να λένε «α, δεν τα φρόντισε τα πράγματα». Αλλά ο Βασίλης το έχει πληρώσει το τίμημα για να πνέει ένας αληθινός αέρας ελευθερίας στους ηθοποιούς.

Εχει πληρώσει με κακή κριτική, με παρανοήσεις για το τι θέλει να πει, κι έχει αναλάβει την ευθύνη οι ηθοποιοί να είναι παλιάτσοι.

Τεράστια πολιτική πράξη στην εποχή μας να δίνεις τη δυνατότητα στους ανθρώπους να αναπνέουν.

⚫ Τα πρότυπά σου, ο διάλογος με τους πατεράδες, σε κινητοποιούν;

Με τον Μπέρνχαρντ θα σου απαντήσω: «Προχώρησα μόνο μέσα από την επιθυμία μου να γράψω κάποια στιγμή μια φράση καλύτερα από τον Φόστερ, μια φράση καλύτερα από τον Τζόις».

Δεν γίνεται να μην αναγνωρίσεις τον ανώτερό σου στο ξεκίνημα. Οι μάστορες υπάρχουν και πρέπει να μάθεις τη μαστορική.

⚫ Πάμε στο πατρικό σου. Οι γονείς σου, αφοσιωμένοι και οι δυο σ’ ένα κοινωνικό όραμα. Σε επηρεάζει αυτή η δέσμευση;

Τα παιδικά μου χρόνια χωρίζονται από τη βρεφική μου ηλικία μέχρι τα 12, και από τα 12 μέχρι τα 18-19 που συνάντησα τον Λευτέρη.

Η πρώτη περίοδος, τότε που ζούσε ο πατέρας μου, είναι καταχωρημένη μέσα μου σαν κάτι πολύ φωτεινό και ευχάριστο, με τα ρεμπέτικα που άκουγε εκείνος και με την κοινωνικότητά του.

Κι έρχεται η στιγμή που τον χάνω κι αρχίζει ο ζόφος.

⚫ Πες μου για τον ζόφο.

Μαύρισε το σπίτι όλο. Από το φως στο σκοτάδι. Ημουν κακός μαθητής που με περνούσαν χαριστικά για να μη στενοχωρούν τη μάνα μου.

Επρεπε να συνεχίσω το πιάνο γιατί είχε φτιάξει την προβολή της να γίνω πιανίστας.

Ενώ εγώ ήθελα να πιάσω τα μπουζούκια για τον χαμό του πατέρα μου.

Στο μυαλό μου κρεμόταν το κάδρο του, άσπιλο, χαρούμενο και φωτεινό.

⚫ Η Αριστερά πώς έδεσε στο μυαλό σου από παιδί;

Συνδυασμένη με την ποίηση, τη μουσική, την τέχνη, τον έρωτα. Η κοινωνικοποίησή μου μέσω της ΚΝΕ και η μουσική με σώσανε.

⚫ Τι σε απογοητεύει σήμερα;

Οχι το ίδιο το όραμα. Οι συμπεριφορές, οι εκδηλώσεις και οι νοοτροπίες εξακολουθούν να με στενοχωρούν.

Αμέλησαν να καλλιεργήσουν στους ανθρώπους την επιθυμία να ζουν πολιτικά και αισθητικά ταυτόχρονα.

Γιατί η Αριστερά είναι διαφωτιστικό φαινόμενο.

⚫ Ποια είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στη μουσική και στο θέατρο;

Η μουσική έχει γλώσσα συγκεκριμένη. Ενώ τις λέξεις στο θέατρο πρέπει να τις εφευρίσκεις σε κάθε παράσταση εξαρχής.

⚫ Πέρασες στη σκηνοθεσία αναζητώντας τη δική σου περιπέτεια;

Για να βρω την αναπνοή μου εκθέτοντας όλες μου τις αντιφάσεις. Δεν την αντέχω την ασάφεια.

Για μένα οι ηθοποιοί υπάρχουν για να λειτουργούν και να παθαίνουν κάτι.

Με δεδομένη την τεχνική τους φυσικά, ώστε να φανερωθούν οι κρυμμένες δυνάμεις του κειμένου.

Εγώ λέω πως εμψυχώνω ανθρώπους, δεν σκηνοθετώ. Τους εμψυχώνω να είναι δυνατοί, να μη νιώθουν ότι εξυπηρετούν δραματουργίες.

Τις έχω εξυπηρετήσει κι εγώ ως ηθοποιός και καμιά σχέση δεν είχαν με το έργο.

Επρεπε να δικαιολογώ τα αδικαιολόγητα, αντί να παίξω τον ρόλο.

Γι’ αυτό έβαλα στον εαυτό μου τον μεγαλύτερο συντελεστή δυσκολίας με τον Μπέρνχαρντ, γιατί δεν μπορείς να μη ζήσεις αυτά που περνάνε οι ήρωές του.

Ατέλειωτα λαγούμια. Σε εκθέτει μιλώντας για την αποτυχία της ύπαρξης.

Πώς γίνεται λοιπόν να μην την ποντάρω την αποτυχία πάνω στη σκηνή;

Να μη φαντασιωθώ τον πραγματικό κίνδυνο ν’ αποτύχω;

Ο σκηνοθέτης πρέπει να προστατεύει και να προσφέρει βοήθεια στον ηθοποιό.

Να του βάζει το πλαίσιο για ν’ αποτυγχάνει, νιώθοντας συγχρόνως ασφαλής.

⚫ Είναι γυμνός ο ηθοποιός στον Μπέρνχαρντ;

Είναι, αλλά είναι βασιλιάς. Και είναι και παλιάτσος. Είναι αυτό που λέει του Ντιντερό «εγώ είμαι μεταξύ Σορβόνης και τσίρκου».

Με την έννοια ότι τον παλιάτσο δεν τον νοιάζει να γελοιοποιηθεί.

Στην ουσία, δεν θα γελοιοποιηθεί, θα εξυψωθεί ως βασιλιάς, απλώς πρέπει να μάθει να μην του κοστίζει.

⚫ Τον Μπέρνχαρντ τον έχω φανταστεί να λέει «εγώ είμαι ο υβριστής, αλλά η ύβρις είστε εσείς».

Η ύβρις είναι η αστική ευπρέπεια. Το κυνήγι της τελειότητας και η αίσθηση του καθήκοντος.

Ενας πατέρας, ο οποίος στήνει διαρκώς στο παιδί του το κάδρο του Μότσαρτ και του λέει «θα το τραγουδήσεις 222 φορές και καμία τους δεν θα είναι καλή. Πρέπει να συνεχίσεις».

Το παιδί είναι ο Αδαής. Ο πατέρας είναι ο Παράφρων.

Και είναι τυφλός πατέρας, κι έρχεται ο θάνατος, ο ιατροδικαστής, και λέει «έχετε σκοτώσει ο ένας τον άλλον».

⚫ Παίζεις στον «Δον Ζουάν», σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού. Ποιο ρόλο;

Τον Σγαναρέλο, τον υπηρέτη.

⚫ Τι είναι ο «Δον Ζουάν»; Ποιο βλέμμα να του ρίξει κανείς σήμερα για να τον κάνει να τον αφορά;

Τεράστιος ευρωπαϊκός μύθος. Εχει περάσει στο συλλογικό φαντασιακό, όπως ο Φάουστ και ο Αμλετ.

Ερχεται για να διασαλέψει την ηθικολογία της συνήθειας, της συμβίωσης, της συνύπαρξης, της διατήρησης.

Δεν είναι πρόσωπο. Αρχέτυπο είναι, ένας συλλογικός φόβος που διαταράσσει την ειρήνη της χριστιανικής συνύπαρξης.

⚫ Περνάει μέσα από τους δρόμους της καταστροφής; Καταστρέφω τον Αλλο σημαίνει καταστρέφω τον εαυτό μου;

Αναγκαστικά. Δεν θα ήταν σπουδαίο έργο αν δεν καταστρεφόταν κι ο ίδιος.

Πληρώνει ακριβά το τίμημα για να φέρει το παράδειγμά του στους άλλους.

Αλλιώς θα ήταν απλώς ένας ελευθεριάζων τύπος. Δεν θα υπήρχε ποντάρισμα.

Την αγαπάει τη Δόνα Ελβίρα ο Δον Ζουάν. Πεθαίνει γιατί το πρότυπο του πατέρα του, το σύμβολο του ουρανού, ο Θεός δηλαδή, τον καταπίνει.

Πρόκειται για ταυτόχρονη συνομιλία και διαμάχη. Αν δεν αναμετρηθείς με το τι σημαίνει ελευθερία και «αναπνέω», δεν ξέρεις ότι υπήρξες ζωντανός.

Ο Δον Ζουάν πεθαίνει, αλλά σε πάλη, σε αγώνα. Κερδίζει τον θάνατό του χάρη στην αναμέτρηση, όχι παραδομένος στη σύμβαση.

Οσο ζούσε ο Μολιέρος, το έργο ήταν απαγορευμένο.

⚫ Από την Καθολική Εκκλησία;

Ναι, και από τον βασιλιά, δεν το άφησε να παιχτεί 100 χρόνια.

⚫ Τελειώνοντας θέλω να σε ρωτήσω αν επιμένει το βλέμμα του πατέρα σου πάνω σου. Κρατάς τον διάλογο μαζί του;

Πάρα πολύ.

⚫ Αναρωτιέσαι πώς θα έβλεπε αυτό που κάνεις;

Παλαιότερα πιο συχνά. Τον είχα αγιοποιήσει…

⚫ Για να απαντήσεις στην απώλεια;

Για ν’ αντέξω αυτά που ονειρευόμουνα. Η αγιοποίηση και η μυθοποίηση ήταν τροχοπέδη για χρόνια.

Διατηρούσα ευλαβικά τη μελαγχολία και το πένθος και κατανάλωνα χρόνο ώστε να τα επιβεβαιώνουν και οι άλλοι πάνω μου.

Κι αυτό μου στερούσε, και στο θέατρο και στη ζωή· διαθέσεις και συμπεριφορές που μ’ εμποδίζανε να έρθω σε επαφή με όσα ήθελα.

Ηταν ένα μοτίβο συμπεριφοράς που συντηρούσε την εικόνα του μελαγχολικού παιδιού.

Τώρα μου έχουν αποκαλυφθεί περισσότερα κομμάτια του εαυτού μου, αλλά και περισσότερες αντιφάσεις που ενδεχομένως να μην τις ενέκρινε πατέρας μου.

Το κάδρο του όμως δεν είναι πλέον τεράστιο, έχει μικρύνει και θέλω να πιστεύω ότι αναγνωρίζοντας εγώ τις αντιφάσεις μου, μπορεί να τις αναγνωρίζει κι αυτός.

Αρα, ενώ εξακολουθώ και τον λατρεύω, τον γκρέμισα.

Αναγκαστικά, αλλά δεν πιστεύω ότι τον πρόδωσα που τον γκρέμισα. Είμαι καλά με αυτό, νομίζω.

⚫ Οταν κανονίσεις βραδιά με ρεμπέτικα, θα μου πεις να έρθω;

Θα μιλήσω με τη Λένα και θα σου τηλεφωνήσω.

 Relax… Mynotis

Θέατρο Τέχνης Φρυνίχου, επανέναρξη παραστάσεων, 28 Ιανουαρίου 2017

Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου, Βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Φιλόσογλου

Παίζουν: Βασίλης Παπαβασιλείου & Γιάννος Περλέγκας

 Μολιέρος, Δον Ζουάν

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός, Δραματουργία: Μιχαήλ Μαρμαρινός, Ερι Κύργια

Μουσική – Μεταγραφή Don Giovanni του Μότσαρτ: Δημήτρης Καμαρωτός

Διαμόρφωση Χώρου: Kenny McLellan, Κοστούμια: Εύα Νάθενα, Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ

Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Γιάννος Περλέγκας, Χάρης Φραγκούλης, Ελενα Μαυρίδου, Γιάννης Βογιατζής, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Τάσος Καραχάλιος, Εφη Γούση, Adrian Frieling, Ντένης Μακρής, Ilya Algaer.