Στης ανθισμένης κερασιάς τον ίσκιο/πλήρως άγνωστοι/δεν κάθισαν ποτέ…*
Η πρώτη μέρα της άνοιξης ήρθε και πέρασε, άλλη μια φορά, άλλη μια χρονιά. Η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης το ίδιο. Τώρα θα περιμένουμε ημερολογιακά την επόμενη.
Μια φίλη μού έστειλε μια φωτογραφία από κάποιο ιαπωνικό σάιτ και τη συνόδεψε με ένα μήνυμα: «Στην Ιαπωνία ήρθε η άνοιξη».
Ενα υπέροχο και πυκνό «σύννεφο» από απαλά άνθη και δύο άνθρωποι, μάλλον ζευγάρι, περπατούν σε ένα στρωμένο με πέταλα μονοπάτι.
Στην Ιαπωνία άνθισαν οι κερασιές. Στην Ιαπωνία ήρθε η άνοιξη. Εκεί, μαζί της ξεκινούν και τα σχολεία, την 1η του Απρίλη του σκληρού, του Απρίλη του ξανθού.
Κοίταξα γύρω μου. Αλήθεια, εδώ η άνοιξη ήρθε; Εψαχνα να βρω τα σημάδια. Αχνά, αλλά υπήρχαν.
Λίγες ημέρες πριν είδα τα κομβόι από τις κάμπιες να σέρνονται στα πεζοδρόμια κάτω από τα πεύκα, κοίταξα ψηλά και είδα τα κουκούλια τους.
Λουλούδια ακόμα όμως δεν είδα να σκάνε στους δρόμους και τις πλατείες. Μέχρι προχθές σχεδόν έκανε πολύ κρύο.
Στις γειτονιές της πόλης τα κλαδιά είναι γυμνά ακόμα, οι κήποι και τα παρτέρια άσκαφτα.
Κι όμως, τα αγόρια περπατούν στους δρόμους τα μεσημέρια με κοντά μανίκια, δένοντας τις ζακέτες τους στη μέση ή στους ώμους.
Τα κορίτσια λύνουν τα μαλλιά τους και τα ανεμίζουν ή τα σηκώνουν ψηλά να πάρουν αέρα.
Και στα ρούχα τους αλλάζουν τα χρώματα: λιγότερο μαύρο, περισσότερο λευκό, σε λίγο θα φορέσουν και κίτρινο και θα ράψουν λουλούδια στα επίτηδες σκισμένα παντελόνια τους.
Την άνοιξη αρχίζεις λίγο λίγο να τη μυρίζεις. Νωρίς το πρωί που ανοίγεις το παράθυρο να αερίσεις και ο αέρας είναι ακόμα παγωμένος.
Το μεσημέρι που ο ήλιος κάνει τις οσμές να δυναμώνουν.
Αλλά και το βράδυ. Τότε, αν αφεθείς να γελαστείς και ξεχάσεις το πανωφόρι σου, ίσως να κρυώσεις.
Αν βγεις να περπατήσεις όμως όσο πρέπει προστατευμένος στον αλλιώτικα κρύο αέρα σ’ το φωνάζει: «Είμαι εδώ!».
Δεν έρχεται άρωμα από λουλούδια, όπως τα βράδια του Μαΐου, ούτε από κεριά και λιβάνι, όπως τις νύχτες του Απριλίου, αλλά τη νιώθεις.
Είναι κρυμμένη στα μικρομόρια της δροσιάς, που εισβάλλουν διακριτικά στους πόρους σου, σ’ εκείνα που κάθονται στα δέντρα και τους λένε «ξυπνήστε!», αλλά και σ’ εκείνα που κάνουν το αίμα να βράζει και να κυλάει λίγο πιο γρήγορα, λίγο πιο ζεστό.
Το δέρμα γίνεται πιο ευαίσθητο στα αγγίγματα, ο ύπνος λίγο πιο δύσκολος και λιγότερο ξεκούραστος: ό,τι επιθύμησες στη ζωή και δεν πήρες θα σε τσιγκλήσει.
Ο,τι καινούργιο επιθυμείς θα διεκδικήσεις. Κι ας νιώθεις λίγος και μικρός γι’ αυτό – κι αν είσαι δεν πειράζει, προσπάθησε.
«Η μοναξιά την άνοιξη –/ φτενό είναι στον αφρό του κύματος/ το βότσαλο που πέταξα»*, λέει το χαϊκού της Σουζούκι Μασάτζο.
Και όταν μάθεις ότι τότε, κάπου στα 1900, άφησε τον σύζυγό της για να ζήσει με τον εραστή της, θα ανατρέξεις στον κινηματογραφικό Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι για να ντύσεις μουσικά τα βράδια της ωραιότερης και πιο απατηλής εποχής του χρόνου.
Ενα αργό βαλς, σαν το «Θέμα της Γιουμέτσι» από την «Ερωτική επιθυμία» ή το γεμάτο ένταση και κυματιστό «Τρένο» ή το ονειρικό «Sorekara». (Και μετά;)
Και μπορεί ανθισμένες κερασιές σ’ αυτή την πόλη να μην έχει, και τα δελτία της μετεωρολογικής υπηρεσίας να μη δίνουν την ημερήσια αναφορά για την πορεία της ανθοφορίας, αλλά με λίγη μουσική και λίγη φαντασία παραπάνω όλα γίνονται. Βοηθάει κι ένα χαϊκού.
*Ελεύθερη απόδοση από την αγγλική μετάφραση των χαϊκού του Ισα και της Σουζούκι Μασάτζο
