Δίχως δισάκι η Δεισώ βγήκε από το λοιμοκαθαρτήριο του Αη Γιώργη στο Κερατσίνι, έπειτα από δυο βδομάδες καραντίνα. Ντρεπόταν να κυκλοφορήσει με κομμένα μαλλιά. Φιλοξενήθηκε, ώσπου να μακρύνουν κάπως, από συγγενείς στα Γερμανικά Νικαίας. Εφτά νομά και βάλε σ’ ένα δωμά πρόχειρου, προκατασκευασμένου οικίσκου της διεθνούς βοήθειας απ’ το Μόναχο. Ειδοποιημένος από γνωστούς ο άντρας της, την αντάμωσε τρεις μήνες αργότερα. Απέφευγε να τον κοιτάξει στα μάτια. Πώς να του μιλήσει για την απώλεια των παιδιών; Ουδέποτε συγχώρησε τον εαυτό της· η πληγή κατέτρωγε τα σωθικά της εφ’ όρου ζωής.
Στάθηκε μεγαλόψυχος εκείνος. Ηξερε. Την πήρε στο νησί και πάσχισε να της γλυκάνει τον πόνο. Τα δεσμά της δυστυχίας ενώνουν τους ανθρώπους, φωτίζοντας με λυτρωτικές αναλαμπές τις ανεξερεύνητες περιοχές του υποσυνείδητου. Με τα ψίχουλα της αποζημίωσης αγόρασαν βραχώδη πλαγιά καρσί στη θάλασσα. Βαστούσαν τα κότσια του. Μεταμόρφωσε σταδιακά την πέτρα σε πέντε καλλιεργήσιμες αναβαθμίδες. Μετά τον κάματο της ημέρας βύθιζε το βλέμμα στο πέλαγος, μοιρολογώντας βουβά τα χαμένα του τέκνα.
Τρόμαζε η αποκοτιά του τους ρέστους εργάτες στα ορυχεία πράσιου χαλαζία. Θύμη τον αποκαλούσαν όλοι στην καινούργια του εστία, διαβλέποντας ίσως τον θυμό που έβραζε μέσα του. Εγκαρδίωναν ο ένας τον άλλο με την Παραδεισία, αλλά παρηγοριά πουθενά. Το 1928 ήρθε, σαν θείο δώρο, ο τρίτος τους γιος. Τον βάφτισαν Χαράλαμπο-Μιχαήλ, τα ονόματα των απολωλότων, και τον φώναζαν πάντοτε και με τα δυο.
Αγωνίστηκε στην άγονη γη εξ απαλών ονύχων ο Μπάμπης-Μιχάλης. Εγιναν το ένα τους. Στα τέλη του ’50 στεφανώθηκε την επίσης Μικρασιάτισσα Μαργαρίτα Βέργα και στα 1960 έκαναν την Αντιγονούλα τους. Τα κατοπινά χρόνια οι κάτοικοι της μικράς νήσου άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πάτρια αγεληδόν. Χορτασμένο προσφυγιά το ζευγάρι, απ’ τις οδυνηρές οικογενειακές διηγήσεις, δεν ακολούθησε το ρεύμα. Αρνήθηκε να επιβιβαστεί στις θλιμμένες νηοπομπές της ελπίδας προς την πλανεύτρα πρωτεύουσα.
Φρόντιζε έκτοτε τους μπαξέδες, τ’ αμπέλια και τα λιοΐρια των απόντων. Τους εφοδίαζε με κρασί, ρακή, λάδι κι είχε κι ο ίδιος το νιτερέσο του. Ερήμωσε, όμως, ο τόπος βαθμηδόν. Ομιχλώδες διαγραφόταν το μέλλον. Εστειλε νωρίς νωρίς τη μοναχοκόρη του σε μια θεια στην Αθήνα κι αυτή την έβαλε υπηρέτρια στου βιομήχανου Γερακόπουλου. Είναι καλό σπίτι, θα την προσέξουν, του έγραψε. Εβδομηντακοντούτης ο Στράτης, πατριάρχης της επιφανούς φαμίλιας με καταγωγή απ’ τη Σύρα, είχε μόλις κληροδοτήσει τα εργοστάσια επεξεργασίας βάμβακος σε Νέα Ιωνία και Ασπρόπυργο στον γαμπρό του και αποσύρθηκε στη βιβλιοθήκη της βίλας του Ψυχικού.
Ανθρωπος με βαθιά μόρφωση, καταγινόταν ολημερίς με τις αναγνώσεις, τις οποίες παραμέλησε επί συναπτά έτη, ενασχολούμενος με τον μπελά της κλωστοϋφαντουργίας. Παρότρυνε τη νεαρά καμαριέρα να παρακολουθήσει το εσπερινό Γυμνάσιο. Εκείνη δέχτηκε μετά χαράς. Μελετούσε στην κουζίνα τα πρωινά, μετά το συγύρισμα, κρατώντας συντροφιά στην κυρα-Βενέτω, που τη μυούσε ταυτοχρόνως στα μυστικά της υψηλής μαγειρικής της. Τα ’λεγε όλα τούτα σαν παραμύθι στον Νικολή, καθώς ετοίμαζε λαχταριστές σπεσιαλιτέ, για να μαθαίνει τα παθοβολήματα των προγόνων του· να του χρησιμεύσουν ως πυξίδα στον βίο του. (Συνεχίζεται)
