Σήμερα, η πολιτική των συμμαχιών της Αριστεράς βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη – ίσως πιο επιτακτικά από άλλοτε. Τρεις κυρίως είναι οι λόγοι που συντρέχουν σε αυτό. Ο ένας αφορά την εφαρμογή της απλής αναλογικής που υποστηρίζει το κυβερνών κόμμα. Ο δεύτερος έχει να κάνει με τη μάλλον προβληματική πλέον σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝ.ΕΛΛ.
Ο τρίτος λόγος για την αναζήτηση πιθανών συμμαχιών είναι μακροπρόθεσμα ο πιο ουσιαστικός, αλλά και ο πιο συζητήσιμος. Τούτος σχετίζεται με το σημερινό «μετέωρο βήμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας».
Στις πρόσφατες ομιλίες του Αλέξη Τσίπρα αλλά και άλλων κορυφαίων στελεχών του κόμματος της Αριστεράς (με αποκορύφωμα την πολυσυζητημένη τοποθέτηση του Νίκου Φίλη στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ – βλ. και συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.», 18-19/2/2017), συναντάμε συχνά την επίκληση των ιδεολογικο-πολιτικών εξελίξεων που αφορούν ακριβώς μια διαφαινόμενη προσπάθεια σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης να απαλλαγούν από τον ασφυκτικό τους εναγκαλισμό με τα νεοφιλελεύθερα προτάγματα της Δεξιάς.
Αυτή η υπόθεση από μόνη της είναι τόσο κρίσιμη, αλλά και η έκβασή της ακόμη τόσο αβέβαιη, που έστω και αν δεν υπήρχε ο αντικειμενικός χωροχρονικός περιορισμός ενός μικρού άρθρου, θα ήταν δύσκολο να την πραγματευτώ επαρκώς.
Αρκεί μόνο να σημειώσουμε το σχεδόν αυτονόητο, ότι μια πραγματική στροφή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας προς μια αντινεοφιλελεύθερη κατεύθυνση θα σηματοδοτούσε το τέλος της ηγεμονίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού γενικότερα.
Το ζήτημα όμως είναι ότι η παραπάνω επίκληση από πλευράς αριστερών στελεχών γίνεται με τον συγκεκριμένο στόχο να βολιδοσκοπηθεί η δυνατότητα συμμαχίας με την «εγχώρια εκδοχή» της σοσιαλδημοκρατίας –ΠΑΣΟΚ, Δημοκρατική Συμπαράταξη– επί τη βάσει ακριβώς των πιθανών σχετικών εξελίξεων στην Ευρώπη.
Συχνά αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι ο Αλ. Τσίπρας προσπαθεί να «φιλοτιμήσει» το ΠΑΣΟΚ διά μέσου αναφορών στα ευρωπαϊκά «αδελφά» του κόμματα, ενώ ο Ν. Φίλης (βλ. την πρόσφατη συνέντευξη στην «Εφ.Συν.») προτείνει την πολιτικά ευφυή τακτική να αναγκαστεί η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να τεθεί προ διλήμματος.
Παραδοσιακά, η μαρξιστική Αριστερά στήριζε τη λογική των συμμαχιών με τα κεντρώα ή κεντροαριστερά κόμματα –φιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά– σε μια μάλλον στατική θεωρητική σύλληψη περί πολιτικής εκπροσώπησης, σύμφωνα με την οποία η ίδια η Αριστερά εκπροσωπούσε την εργατική τάξη, ενώ τα κόμματα με τα οποία επεδίωκε να συμμαχήσει ήταν η πολιτική έκφραση των μεσαίων τάξεων ή στρωμάτων. Τούτη η αντίληψη είναι πλέον ξεπερασμένη – όχι μόνο θεωρητικά αλλά και «από τα πράγματα».
Τουλάχιστον όσον αφορά τη σοσιαλδημοκρατία, η διαφορά της με τη μαρξιστική ή ριζοσπαστική Αριστερά δεν έγκειται στο ότι εκπροσωπεί άλλες κοινωνικές δυνάμεις, αλλά στο ότι εκπροσωπεί τις ίδιες δυνάμεις –κατώτερες και μεσαίες κοινωνικές τάξεις– έχοντας μια ριζικά διαφορετική στρατηγική.
Σχηματοποιώντας, ενώ η στρατηγική της ριζοσπαστικής Αριστεράς στοχεύει στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, ο στρατηγικός στόχος της σοσιαλδημοκρατίας, ακόμη και στην «καλή» της φάση, ήταν η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής διά μέσου μιας «φιλολαϊκής» πολιτικής που θα επέτρεπε στον καπιταλισμό να μακροημερεύει, με «ανθρώπινο» έστω πρόσωπο.
Για να μην κατηγορηθώ για ντετερμινισμό, σπεύδω να τονίσω πως δεν αποκλείεται μια ριζοσπαστικοποίηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας προς μια γνήσια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.
Στην παρούσα πλέον, ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού, μια γνήσια αντινεοφιλελεύθερη στροφή, που θα συνοδευόταν από την πραγματική επανάκαμψη του κοινωνικού κράτους και την επανενίσχυση του δημόσιου τομέα γενικότερα, θα αρκούσε για να επιφέρει καίριο πλήγμα στον ίδιο τον καπιταλισμό – τουλάχιστον από πλευράς συσχετισμών δύναμης και ηγεμονίας.
Οπου και όταν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο όμως, θα σήμαινε πως οι εν λόγω αντινεοφιλελεύθερες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις θα καταλάμβαναν εκείνες κατά μέγα μέρος τη θέση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το μείζον ζήτημα δεν είναι τόσο οι συμμαχίες τής –συγκριτικά ανίσχυρης– ριζοσπαστικής Αριστεράς όσο η ίδια η πιθανή αριστερή μεταστροφή της σοσιαλδημοκρατίας.
Στην Ελλάδα, τέτοια αντινεοφιλελεύθερη ριζοσπαστική Αριστερά ήδη υπάρχει και είναι –ακόμα τουλάχιστον– ισχυρή. Το πρόβλημα με το ΠΑΣΟΚ είναι ότι, και να ήθελε, δεν θα μπορούσε πλέον να παίξει αυτόν τον ρόλο. Πρόλαβε άλλος. Με τη νεοφιλελευθεροποίηση που υπέστη κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ απώλεσε κάθε δυνατότητα να ηγεμονεύσει εκ νέου στο πολιτικό σκηνικό – είτε ως κεντρώα είτε ως (ριζοσπαστική) αριστερή πολιτική δύναμη.
Ενας καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτή τη χαμένη ευκαιρία ήταν ακριβώς η ύπαρξη εκείνου του –μικρού τότε– κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς που καραδοκούσε. Η ξαφνική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένας εφιάλτης του ΠΑΣΟΚ που πραγματοποιήθηκε. Μιλάμε λοιπόν τώρα για συμμαχίες;
* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
