Με μαλώνει αναγνώστης, λέμε τώρα, πως τάχα μου χθες αδίκησα την Ελένη Αυλωνίτου, χαρακτηρίζοντάς τη νούμερο της επιθεωρήσεως. Επίτρεψέ μου, αγαπητέ, να σημειώσω ότι το εν λόγω θεατρικό είδος ξεχωρίζει από την εναλλαγή πράξεων. Τα σπαρταριστά σκετς διαδέχονται σπαραξικάρδιοι μονόλογοι, εύθυμοι διάλογοι, πολιτική σάτιρα, τραγούδια, μπαλέτα. Τα πάντα χωρούν στη σκηνή· ώς και πυγμαχικές παλαίστρες. Η άλλοτε κολυμβήτρια το κατέχει το σπορ. Πλατσουρίζει με περίσσια χάρη στην ποικιλία των κυβερνητικών δρώμενων, προκαλώντας θυμηδία στο πανελλήνιο. Ταυτοχρόνως κατορθώνει να χαράσσει γραμμές, όχι κόκκινες, αίτινες έχουν ξεθωριάσει προ πολλού, αλλά κατευθυντήριες, θεωρητικές και πρακτικές καθοδηγητικές ντιρεκτίβες που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος και το Μαξίμου επιπροσθέτως.
Περνώ διαμιάς στο ψητό, τουτέστιν ανοίγω αυθωρεί την ταμπακέρα. Στην περίφημη συνέντευξη που παραχώρησε στον Σκάι, ανήμερα την Καθαρά Δευτέρα και κάνει τον γύρο του διαδικτύου, σκορπώντας τρανταχτά γέλια στο φιλοθέαμον κοινό, άφησε εμβρόντητους τους δημοσιογράφους, υποστηρίζοντας επί λέξει: «Εσείς περιμένατε να διαπραγματευτούμε θέτοντας νοκ άουτ τον άλλο! Ε, όχι λοιπόν. Εμείς κερδίζουμε στα σημεία. Σημασία έχει η νίκη. Οταν ο πυγμάχος μπαίνει μέσα στο ρινγκ, είναι πολύ εντυπωσιακό να τον ρίξει νοκ άουτ τον άλλονε, αλλά βασικά τον αθλητή τον ενδιαφέρει η νίκη και εμάς μας ενδιαφέρει να κερδίσουμε και θα κερδίσουμε».
Οι ταλαίπωροι συνομιλητές της απόμειναν με άλαλα τα χείλη. «Κερδίσατε;» απόρησαν χαμηλοφώνως αμφότεροι. «Βεβαίως κερδίσαμε. Δεν είδατε την αλλαγή πολιτικής;» τους αποστόμωσε. «Οχι» μπόρεσαν να ψελλίσουν μεταξύ οδόντων και μύστακος. «Είδατε πουθενά λιτότητα;» τους αποτελείωσε με διαπεραστική φωνή που έκανε τα τζάμια να ραγίσουν. Δεν έχει σημασία σε ποια χώρα ζει, από ποιον γυάλινο πύργο με παραμορφωτικούς καθρέφτες παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Μετράει πρωτίστως το ότι επηρέασε τη διαπραγματευτική στρατηγική του κόμματος και της χώρας.
Ξεπατίκωσαν τις φράσεις της οι επιτελείς της κυβέρνησης κι άρχισαν να θριαμβολογούν ένας ένας για το τέλος της ύφεσης και την επάνοδο στις πλατιές λεωφόρους της ανάπτυξης. Ο φέρων το χαρτοφυλάκιο των αυτοκινητοδρόμων, μάλιστα, παρομοίωσε τις ιστορικές στιγμές με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τον οθωμανικό ζυγό. Τι να πεις; Τους προσγείωσε στη ζοφερή πραγματικότητα ο Τσάκα-λόττος, δηλώνοντας ότι «δεν ωραιοποιούμε την κατάσταση, δεν λέμε ότι κερδίσαμε ή τελείωσε η λιτότητα», όμως ο αγγλοτραφής υπουργός λειτουργεί εμφανώς ως ηγέτης της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Στο ρινγκ του Χίλτον, πάντως, οι διαμεσολαβητές μας ακολουθούν την αλάνθαστη συνταγή της Αυλωνίτου. Τρώνε με το τσουβάλι το ξύλο, τους δέρνουν κιόλας οι δανειστές, αλλά νικούν στα σημεία. Δεν τους σώζει ούτε ο Βέγγος ως διαιτητής πυγμαχίας στον «Πολυτεχνίτη κι ερημοσπίτη» με την αμίμητη ατάκα: «Πού πας, ρε Τρύφωνα;».
