Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης, βραβευμένος συγγραφέας, γνωστός στον λογοτεχνικό κόσμο, και όχι μόνον, για το τελείως προσωπικό και διακριτό στιλ της έμπνευσης και της γραφής του, έχει επιτυχώς ασχοληθεί με την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μουσική, τη γευσιγνωσία.

Συχνά εκπλήσσει η πρωτοτυπία στους τίτλους, τα θέματα, το περιεχόμενο των βιβλίων του∙ ενδεικτικά αναφέρω: Ο Εψιλον Ερωτας, Γραμμένα φιλιά, Ανθρωποι από λέξεις, Μαύρο εκλεκτό.

Αν δεν είχε φθαρεί από τη χρήση η σημασία των λέξεων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ευσταθιάδης είναι και σοφός και ευπατρίδης και καθολικός άνθρωπος (homo universalis). Ανθρωπος που έχει ζήσει μια ζωή γεμάτη, όχι μόνον με την έννοια των πολλών και ποικίλων εμπειριών και ενασχολήσεων, όσο με τη συνειδητή βίωση και το βάθος των συναισθημάτων. Με το να ζει και να παρατηρεί «χρόνια ολόκληρα τις αντιδράσεις των ανθρώπων». Γι’ αυτό μπορεί να υποδύεται τόσους ρόλους, όσους στο καινούργιο του βιβλίο.

Με τον τίτλο Κλεινόν, χωρίς το προσδιοριζόμενον ουσιαστικό άστυ, που παραπέμπει στην πόλη των Αθηνών, και με τον υπότιτλο μυθιστορίες για την Αθήνα, μας προσφέρει ένα ευφυές βιβλίο, αποτέλεσμα πολλών γνώσεων που έχουν αντληθεί από διαφορετικά γνωστικά περιβάλλοντα.

Πρόκειται για ένα ιδιότυπο οδοιπορικό στον χρόνο, τον τόπο και τους ανθρώπους, με έντονη τη διαπλοκή πραγματικότητας, φαντασίας, μαγείας, έρωτα. Λογοτέχνες, πολιτικοί, ιστορικοί, μουσικοί, ηθοποιοί, σεισμολόγοι, γλύπτες, αστεροσκόποι, ποδοσφαιριστές, όλοι ονοματισμένοι σαν να αποτελούν λήμματα μιας προσωπικής εγκυκλοπαίδειας, παρελαύνουν από τις σελίδες του.

Σε κάθε κείμενο προτάσσεται του επιλεγμένου ονόματος μία γενική προσδιοριστική της ιδιότητάς του και χαριστική εκ μέρους του συγγραφέα: του ζωγράφου: Γιάννης Τσαρούχης, του ποιητή: Κωστής Παλαμάς, του αρχιτέκτονα: Κωνσταντίνος Κιτσίκης. Με τη ζωή αυτών των ανθρώπων, με λεπτομέρειες από τη ζωή τους, ασχολείται ο Γιάννης Ευσταθιάδης, ενσαρκώνοντας ρόλους και βρίσκοντας αφορμή να κάνει ιστορικές, κοινωνιολογικές, αισθητικές, χωροταξικές παρατηρήσεις, με οξύνοια και στοχαστική εγρήγορση.

Μιλώντας ο Κώστας Χατζηχρήστος στο δικό του «λήμμα» λέει: «Η αλήθεια είναι πως δούλεψα πολύ για να χτίσω τον Θύμιο. Γρήγορος, κοφτός ρυθμός στην ομιλία, σωστά πλασαρισμένες οι κρίσιμες λέξεις, μελέτη της σιωπής και του βλέμματος που ακολουθούν την ατάκα» και πιο κάτω:

«Είναι άραγε το ταλέντο μου που έκανε τον Θύμιο τόσο δημοφιλή; Ή μήπως αυτή η κοσμική καρικατούρα συνέπεσε με την κάθοδο εκατομμυρίων επαρχιωτών στην πρωτεύουσα; Μήπως σ’ αυτόν ανακάλυψαν τον άλλο εαυτό τους;»∙ μιλάει ο Θύμιος ή ο Γιάννης; Εχει σημασία;

Τα πρόσωπα στα οποία επικεντρώνεται ο συγγραφέας είναι εμβληματικές μορφές που η ζωή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνάπτεται με την αιώνια πόλη. Είκοσι επτά περιπτώσεις γνωστών προσωπικοτήτων και τρεις ανθρώπων της καθημερινότητας, χωρίς χρονική ακολουθία και αυστηρά καθορισμένο νοηματικό άξονα, συνθέτουν με τις καταθέσεις τους το πολυεπίπεδο μωσαϊκό της πόλης.

Πίσω από τις γραμμές όμως και το επιλεγμένο ιστορικό υλικό υπόκειται η βιωματική σχέση του Ευσταθιάδη με τη γενέτειρά του, από το πατρικό σπίτι στη συμβολή Ρόμβης και Κολοκοτρώνη 34 μέχρι τα κοσμικά στέκια της Αθήνας και τα γεγονότα που χρωμάτιζαν τη ζωή της.

Βλέπουμε τον Πικιώνη να πίνει καφέ στον Λουμπαρδιάρη και την Αγγελική Χατζημιχάλη να περιδιαβαίνει τα δρομάκια της Πλάκας και να εφοδιάζεται με τα αναγκαία. Μας εντυπωσιάζει η πρωτοποριακή κοσμοαντίληψη του Τσελεμεντέ, και όχι μόνον για το φαγητό. Παρατηρούμε την τραγωδό Ελένη Παπαδάκη να περιγράφει την εκτέλεσή της και παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τον Μαραθώνιο του Σπύρου Λούη στις 29 Μαρτίου 1896: «Μπαίνω στην Αθήνα. Δεν έχω σύστημα, δεν έχω σχέδιο. Απλώς τρέχω. Το βλέμμα μου συναντά κήπους, δέντρα, πολυτελείς κατοικίες, κατοικίδια ζώα. Τ’ αυτιά μου γεμίζουν με φωνές συμπαράστασης, χειροκροτήματα, ύμνους.

»Στην τελική κατηφορική ευθεία προς το Στάδιο, το τοπίο γίνεται αγλαό. Βλέπω την Ακρόπολη δεξιά, βλέπω τον Αρδηττό αριστερά, βλέπω μπροστά μου την καλλιμάρμαρη λευκότητα να αστράφτει – τερματίζω. “Ελλην, Ελλην!”. Νικάω, νίκησα, έχω νικήσει». Πόσο ζωντανή η κλιμάκωση της περιγραφής του δρόμου.

Ισως ο φιλοπερίεργος αλλά και δύσπιστος αναγνώστης προβληματιστεί για το ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό στα τόσα που αφηγείται με γλαφυρότητα και γλωσσική διαύγεια ο συγγραφέας.

Αλλά ακόμη και αν δεν σκεφτόταν και δεν μιλούσε ο Λινοξυλάκης όπως τον βάζει να εκφράζεται ο Ευσταθιάδης, θα μας άρεσε να ήταν έτσι ο αθλητισμός και οι αθλητές να μπορούσαν να σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο. Και αν ο Δημήτριος Αιγινήτης δεν ήταν «στοχαστικός περιπατητής» δεν παύει να είναι εκείνος που καθιέρωσε στην Ελλάδα το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο.

Στα περισσότερα κείμενα προηγείται ένα απόσπασμα από βιβλία που αναφέρονται στο κλεινόν άστυ, γραμμένα από λογοτέχνες, Ελληνες και ξένους, ξεκινώντας από τον Παναγιώτη Σούτσο, τον Ροΐδη και τον Καβάφη και φτάνοντας στον Μένη Κουμανταρέα και τον Τίτο Πατρίκιο.

Η πόλη της Αθήνας ως ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες αλλά και ως ζωντανός οργανισμός που συμμετέχει στη ζωή των ανθρώπων της, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια πρωταγωνιστεί στα λογοτεχνικά έργα. Καινούργιοι επίσης οδηγοί της πόλης, με βάση όχι μόνον την ιστορία και τη μυθολογία αλλά και τη λογοτεχνία, έχουν δει το φως της δημοσιότητας.

Από το εντυπωσιακό αυτό σύνολο αισθάνομαι την ανάγκη να αναφερθώ στην τελείως ιδιαίτερη αισθαντική ματιά του δημοσιογράφου και αθηναιογράφου Νίκου Βατόπουλου, γιατί βρίσκω πως συνδέεται συγγενικά με τη ματιά του Ευσταθιάδη και , παρά τη διαφορετική τους εστίαση, ανακαλύπτουν με τις ίδιες ευαισθησίες «τον κρυμμένο λυρισμό της πόλης» που λέει και ο Γιώργος Μαρκόπουλος.