Από τη σημερινή συνεδρίαση του Eurogroup δεν είναι δυνατόν να περιμένουμε το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, ούτε κάποια θεαματικά αποτελέσματα που θα δρομολογούν μια ευτυχή έκβαση.
Ολοι όμως περιμένουν -και η ελληνική πλευρά και οι δανειστές- την ποιοτική στροφή που θα βγάλει τη διαδικασία από το τέλμα και θα την οδηγήσει στην τελική ευθεία για την επίτευξη συμφωνίας στο αμέσως προσεχές διάστημα.
Η ελληνική πλευρά έχει διαμηνύσει προς τους δανειστές ότι για να δώσει πρέπει να πάρει. Που σημαίνει πως οποιαδήποτε υποχώρηση κάνει, πρέπει να συνοδεύεται με αντισταθμιστικό όφελος για την Ελλάδα.
Το σκεπτικό μιας τέτοιας θέσης είναι εντελώς απλό. Ο ελληνικός λαός, για επτά χρόνια, δίνει χωρίς να παίρνει τίποτε, με την προσδοκία ότι η χώρα θα βγει κάποια στιγμή από την κρίση και το μαρτύριο θα σταματήσει.
Ηρθε ο καιρός οι θυσίες να αποφέρουν κάποιο όφελος γι’ αυτούς που τις κάνουν. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της ελληνικής θέσης, αλλά είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.
Πολύ περισσότερο που οι δανειστές ζητούν δέσμευση για μέτρα που ενδεχομένως θα ληφθούν μετά τη λήξη του τρίτου Μνημονίου και μετά τη λήξη της θητείας της σημερινής κυβέρνησης.
Το ανησυχητικό σε αυτή την υπόθεση είναι οι χθεσινοβραδινές δηλώσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ούτε λίγο ούτε πολύ εμφανίστηκε ως φιλέλληνας.
Υποστήριξε πως δεν απείλησε ποτέ την Ελλάδα με έξοδο από την ευρωζώνη, δήλωσε αισιόδοξος για την εξέλιξη της υπόθεσης και σίγουρος ότι η Ελλάδα θα εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις.
Αν τα έλεγε οποιοσδήποτε άλλος, πιθανόν να περνούσαν απαρατήρητα, καθώς έχουμε συνηθίσει να ακούμε τις πιο αντικρουόμενες δηλώσεις.
Ο Σόιμπλε δεν είναι αυτής της κατηγορίας. Ή κάτι ξέρει ή κάτι έχει κατά νου. Τι είναι αυτό; Είναι βέβαιο ότι ο «λύκος» δεν έγινε «αρνάκι». Και είναι απολύτως βέβαιο πως φοράει προβιά.
Η ελληνική κοινωνία οφείλει να ανησυχεί από την «επίθεση αγάπης» του Γερμανού υπουργού. Και η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να λάβει τα μέτρα της, εφόσον εννοεί αυτά που λέει.
