Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη στήλη αυτή κάθε Παρασκευή έγραφε ώς τώρα η Μαργαρίτα Κουλεντιανού. Ξεκινήσαμε κι οι δυο να γράφουμε στην εφημερίδα αυτή μόλις εκδόθηκε, εκείνη πιο κοντά στις πολιτικές της θέσεις απ’ ό,τι εγώ. Παράλληλα γραψίματα, σε πολλά συμφωνούσαμε, σε μερικά συμπεράσματα διαφωνούσαμε.

Από τότε που γνώρισα τη Μαργαρίτα, ακόμα ήταν χούντα βαθιά κι ήμασταν πολύ νέες, αυτό συνέβαινε, ποτέ δεν συμφωνήσαμε εντελώς στο τι κόμμα θα ήταν καλό να ψηφίσουμε π.χ., ή να συμμετάσχουμε, και ποτέ δεν τσακωθήκαμε στ’ αλήθεια για τα πολιτικά.

Ημασταν κι οι δυο αριστερές, σε πολλά διαφωνούσαμε, ωστόσο ήταν αδύνατον να τσακωθείς μαζί της, κι εγώ που εύκολα ερχόμουν σε σύγκρουση με τον καθένα, που παθιαζόμουν και φώναζα, έβρισκα σ’ εκείνην τον δάσκαλο των επιχειρημάτων που διατυπώνονταν ήρεμα κι αργά, με σιγανή φωνή, και κάθε αγανάκτηση, κάθε είδους πάθος, ξεφούσκωνε μπροστά στην ακαταμάχητη αταραξία της. Πάντα καταλήγαμε σε γέλιο συμφιλίωσης.

Ο τρόπος της με αφόπλιζε, απέφευγα να συζητάω πράγματα για τα οποία ήθελα να διατηρήσω τη γνώμη μου, ξέροντας τις δικές της αρετές και τις δικές μου αδυναμίες.

Εγραψε για χιλιάδες πράγματα, στην «Ελευθεροτυπία» κι εδώ, για τις γυναίκες και τα παιδιά περισσότερο, τους αδύναμους της ανθρωπότητας εν γένει. Ενίοτε κάναμε διάλογο μέσω κειμένων, πολύ περισσότερο έξω απ’ αυτά.

Κάτι από την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία της έβγαινε στα γραπτά της, αλλά η γοητεία της προσωπικής παρουσίας, εκείνο το γέλιο, οι αδιόρατες κι όμως εκφραστικές γκριμάτσες αντί για λέξεις που ακόμα δεν έχουν επινοηθεί, οι λεπτές κινήσεις, η διακριτικότητα που εξομολογούσε, η παρηγοριά που δεν κριτίκαρε, η υπομονή κι η κατανόηση δεν έχουν πουθενά καταγραφεί, στις εφημερίδες, στα βιβλία που μετέφρασε, μια ιδέα μόνο πέρασε στα δικά της.

Από πού αντλούσε τόση περηφάνια κι αρχοντιά, απορούσα πάντα. Δεν κατέληξα, ήταν προϊόν του περιβάλλοντος, της φωτεινής Αθήνας του ’60, της οικογένειας, της τάξης ή των νεράιδων που μοιράζουν τις χάρες αυθαίρετα;

Εφυγε ξαφνικά από τη ζωή, απροειδοποίητα, εν μέσω σχεδίων για βόλτες, ταξίδια στην ξένη πόλη όπου ζουν τώρα και των δυο μας τα παιδιά, νέες δραστηριότητες.

Από τα δεκαοχτώ μας την είχα πάντα δίπλα μου, ακόμα κι όταν έλειπε, να μου εξηγεί και να μου παρουσιάζει τον κόσμο, όμως δεν πρόλαβα να γίνω ο άνθρωπος που ήθελα, με αφήνει στη μέση. Μοναξιές, όπως είχε γράψει δηλώνοντας μια μοναδική φορά ανάγκη για παρέα.