Η αποκάλυψη στο χθεσινό φύλλο της εφημερίδας μας του βίντεο που δείχνει ξεκάθαρα τη ναζιστική φύση της Χρυσής Αυγής και των ηγετικών στελεχών της συγκλόνισε πραγματικά. Οχι γιατί δεν ήταν γνωστές οι «ιδέες» του συγκεκριμένου κόμματος, αλλά κυρίως γιατί η εικόνα αξίζει συχνά περισσότερο από τις λέξεις.
Η οργάνωση αυτή έχει παρελθόν και παρόν. Και αν σήμερα, έχοντας και κοινοβουλευτικό μανδύα, προσπαθεί να κρύψει το παρελθόν της ή να το αποποιηθεί, εκείνο υπάρχει και είναι αδιαμφισβήτητο. Οπως αδιαμφισβήτητο είναι ότι ουδέποτε άλλαξε απόψεις. Απλώς προσάρμοσε την ορολογία της ώστε να μην είναι τόσο προκλητική όσο παλιότερα. Με δυο λόγια, η Χρυσή Αυγή είναι ίδια και ποτέ δεν άλλαξε. Το καίριο ερώτημα αφορά τη στάση που κρατά ή πρέπει να κρατήσει η κοινωνία και η πολιτεία απέναντί της.
Την ίδια ώρα που το βίντεο αυτό συγκλόνιζε όσους το είδαν -και δεν ήταν λίγοι καθώς αναμεταδόθηκε από όλα τα μέσα ενημέρωσης- ο δήμαρχος της Πάτρας Κώστας Πελετίδης οδηγούνταν σε δίκη ύστερα από μήνυση της ναζιστικής οργάνωσης, η οποία τον κατηγορεί για παράβαση καθήκοντος επειδή δεν διευκόλυνε τη δράση της.
Είναι, άραγε, δυνατόν η Δικαιοσύνη ως συνταγματικά κατοχυρωμένος πυλώνας της δημοκρατίας να αρνηθεί τον θεσμικό ρόλο της και να αποδεχτεί τις αιτιάσεις μιας οργάνωσης που υπονομεύει το δημοκρατικό πολίτευμα, καταδικάζοντας τον δήμαρχο που το υπερασπίστηκε; Τέτοιο ερώτημα δεν θα έπρεπε να τίθεται, γιατί η απάντηση πρέπει να θεωρείται αυτονόητη.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι η κρίση λειτουργεί διαβρωτικά στην κοινωνία γιατί φορτώνει τους πολίτες με το πρόβλημα της επιβίωσης, αμβλύνοντας ή θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τα δημοκρατικά αντανακλαστικά τους, την κοινωνική συνείδηση και ευθύνη τους.
Σε τέτοιες συνθήκες είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως είναι σχετικά εύκολο να αποκτήσουν λαϊκό έρεισμα οι υπονομευτές των ατομικών ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Θα τα καταφέρουν αν τους υποτιμήσουμε ως κοινωνία και αν η πολιτεία με τα θεσμοθετημένα όργανά της δεν τους αντιμετωπίσει με το απαιτούμενο σθένος.
Εκπτώσεις, όμως, στην προάσπιση της Δημοκρατίας δεν επιτρέπονται. Και όπου έγιναν ανεκτές, πληρώθηκαν ακριβά.
