Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η έκνομη λοκάντα γνώριζε πιένες. Η Αντιγόνη απέρριπτε ευγενικά σμήνη επίδοξων πελατών, που βομβούσαν κάθε τρεις και λίγο στο τηλέφωνο, επειδή απλούστατα δεν τους πρόφταινε και η πλεονεξία δεν συγκαταλεγόταν στα κουσούρια της. Υποχώρησε μία και μόνη φορά απέναντι σε μια μυστηριώδη γυναίκα με ξενική προφορά. «Παίρνω από “Στούντιο 52”, στο 52 οδός Αφικλή. Μίλησε γκια εσάς κύριος Αντώνη Παναγκόπουλος. Είναι εύκολο τέσσερις μερίδες φαγκητό;».

Η στακάτη, μπάσα και μεστή φωνή την εντυπωσίασε. «Στούντιο 52», επανέλαβε νοερά και φαντάστηκε Γάλλους και Ρώσους εμιγκρέδες καλλιτέχνες βγαλμένους από νουβέλες του Μεσοπολέμου. «Σήμερα έχουμε κερκυραϊκή παστιτσάδα και γίγαντες» είπε έπειτα από παύση δευτερολέπτων. -«Δύο και δύο παρακαλώ». -«Τι ώρα προτιμάτε;». -«Κατά τις τρεις. Ευκαριστώ». Τρεις παρά δέκα ο Νικολάκης επέστρεψε απ’ τη συνήθη διανομή. Προτού βάλει μπουκιά στο στόμα του, ξεκίνησε αδιαμαρτύρητα για το απρόοπτο αγώι. «Πρόθυμο παιδί. Φτου, φτου» τον σταύρωσε η μάνα του, ενώ έβγαινε.

Διέσχισε την Πατησίων με βήμα ταχύ. Στρίβοντας στην Αφικλή αντίκρισε την ευδιάκριτη μαρκίζα και βεβαιώθηκε πως κατευθύνεται πράγματι στο μπουρδέλο πολυτελείας, που προκαλούσε ζωηρά χαχανητά στον ίδιο και τους φίλους του, όταν περνούσαν απέξω. Μπήκε στο νεοκλασικό απ’ την πλατιά μαονένια εξώθυρα κι ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια. Στάθηκε εμπρός στην παράταιρη πόρτα ασφαλείας και, χαζεύοντας τις κάμερες στην οροφή, ένιωσε τους σφυγμούς του να παίζουν ταμπούρλο. Τέλος, χτύπησε διστακτικά το κουδούνι.

Του άνοιξε μια ψηλή, χυμώδης ξανθιά, γύρω στα τριάντα, με περιβολή Εύας. Τον καλωσόρισε γελαστή και τον έμπασε στο δωματιάκι της πατρόνας, στο βάθος. Δυο ακόμα ημίγυμνες Αφροδίτες τον περιεργάζονταν μέσα απ’ τον καθρέφτη, καθώς διόρθωναν η μια το μακιγιάζ και η άλλη τα φρύδια της. «Τι ωραίο μας έφερες; Κι έκουμε μια πείνα…» είπε με την κελαρυστή της άρθρωση η τροφαντή μεσόκοπη, που φάνταζε ντυμένη σαν κρεμμύδι. Ο Νικολής απόθεσε τις σακούλες στο τραπέζι και κίνησε να φύγει. «Κάτσε λίγκο να σε δούμε· είσαι και όμορφο αγκόρι» επέμεινε η τσατσά. Ακούμπησε στην άκρη της πολυθρόνας, χαμήλωσε το βλέμμα και απαντούσε μονολεκτικά στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρύψει το τρακ του.

Μονολεκτικά έλυσε αργότερα και τις απορίες της μαμάς: «Τι σόι στούντιο είν’ αυτό; Γλυπτικής και ζωγραφικής;». -«Ναι» ψέλλισε ανάμεσα απ’ τα δόντια, αφήνοντάς την να αναπλάθει τα πολυδιαβασμένα της μυθιστορήματα. Τις επόμενες μέρες κοσμούσε το πελατολόγιό τους και το «Στούντιο 37» της οδού Ζακρίδος. Ο πιτσιρικάς τα επισκεπτόταν αργά το μεσημέρι, όταν η πελατεία τους μειονόταν αισθητά. Κόκκινος σαν την παπαρούνα απ’ τη συστολή, κάρφωνε τα μάτια στο παρκέ κι έχανε τη λαλιά του. Η περιφερειακή του όραση, ωστόσο, κατέγραφε τα πάντα, σαν περισκόπιο.

Σιγά σιγά απέκτησε οικειότητα με τα κορίτσια. Τον πείραζαν, τον πασπάτευαν, τον χαϊδολογούσαν. Ξεθάρρεψε κι εκείνος και μετεβλήθη χωρίς αντιρρήσεις στη μασκότ των ερίτιμων ιδρυμάτων. Αργοπορούσε, προς τέρψιν της Αντιγόνης. «Αναβαθμίζεται η γειτονιά με τα στούντιο, κυρ Αντώνη μου» καμάρωνε η μαγείρισσα στον δικηγόρο. «Τι σου είναι οι εικαστικοί! Χουβαρντάδες όσο δεν παίρνει. Με πληρώνουν πάντα διπλάσια. Ασε τα πουρμπουάρ στο παιδί. Και τι ονόματα! Ιζαμπέλα, Ζακλίν, Αμάντα, Βαλέρια, Αμαρυλλίς, Πάμελα, Ντέλια, Ρενάτα, Κλόντια… Ανώτερος κόσμος». (Συνεχίζεται)