Φτάνει η ώρα του δειλινού, αποσύρεται σιγά σιγά η μέρα κι απλώνει ο ουρανός τα μενεξεδένια χρώματά του πάνω στους ανθρώπους. Η ώρα που οι ταχύτητες πέφτουν, που τα «γκάζια» μειώνονται, που μια ανώτερη δύναμη, η ίδια η φύση, σε κάνει να σηκώσεις το κεφάλι από το γραφείο σου, από την όποια δουλειά, και να χαζέψεις τον ουρανό που σκοτεινιάζει.
Πριν από λίγες μέρες, στις 10 του Μάρτη, την ημερομηνία γέννησης του Μανώλη Αναγνωστάκη, γέμισε το διαδίκτυο απ’ τα ποιήματά του και τον γραπτό του λόγο. Μια στροφή από το «Χρώματα περασμένου δειλινού», που το έγραψε σε δύσκολες εποχές, προφέρω και πάλι αργά, αυτήν την ώρα που σουρουπώνει:
«Ομως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει από τα στενά παράθυρα, ζήτησα μια καινούργια βλάστηση σε ανεξερεύνητες περιοχές. Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους».
Ισως η ώρα του δειλινού να ‘ναι εκείνη η «χρήσιμη» ώρα, που είναι αναγκαίο να την περνάμε μόνοι, κάνοντας τον απολογισμό της μέρας που πέρασε και σχεδιάζοντας τη νύχτα που έρχεται.
Λάμπει ψηλά στον ουρανό ο Αποσπερίτης αυτήν την εποχή, μ’ όλες τις χάρες που του έδωσε ο Ομηρος σαν Αφροδίτη και ο λαός σαν Πούλια. Και εσύ -παρ’ όλα τα προβλήματα, το πήξιμο της ημέρας, την αγωνία για το αύριο και την επιβίωση- βλέπεις εκεί πάνω να συντελείται ένα θαύμα.
Ενα θαύμα που σε καλεί να το παρακολουθήσεις. Ισως και να θυμηθείς δειλινά που έζησες, σαν κι αυτά που σου τραγουδούσε μοναδικά η Βίκυ Μοσχολιού, όταν «μια φωνή σού ψιθυρίζει μυστικά, δεν θα γυρίσει πια…», ή τα αξέχαστα «ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις…» του Χιώτη από τη Μαίρη Λίντα.
Μα κι αν ακόμα μελαγχολήσουμε λίγο, το σίγουρο είναι πως δεν θα κρατήσει πολύ. Τα ανοιξιάτικα βράδια, έστω και βροχερά όπως τα τελευταία, μας καλούν σε βόλτες και συναντήσεις με φίλους. Αλλωστε, όπως λένε, «αυτή η εποχή είναι η παιδική ηλικία του έτους», που όλα μοιάζουν καινούργια.
Και δεν θ’ αργήσει σίγουρα η νύχτα που αγκαλιασμένες παρέες θα βγαίνουν από τα θερινά θέατρα έπειτα από συναυλίες και θα τραγουδούν δυνατά μέσα στη νύχτα: «Κι εσύ Αποσπερίτη μου του δειλινού ταιριάζεις (…), τα βήματά μας, άθελά μας, είναι δώρα ακριβά/ γι’ αυτούς που μένουν και περιμένουν το σούρουπο μιαν αγκαλιά…».
