Αποφεύγοντας… αγωνιωδώς να κακοκαρδίσει τους δύο βασικούς ΝΑΤΟϊκούς και εμπορικούς εταίρους της στο ακανθώδες ζήτημα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, η Βρετανίδα πρωθυπουργός επέστρεψε από το παρθενικό ταξίδι της σε ΗΠΑ και Τουρκία, έχοντας τη βαλίτσα της γεμάτη συμφωνίες και υποσχέσεις για το διμερές εμπόριο στην εποχή μετά το Brexit.
Πιο χειροπιαστά ήταν τα αποτελέσματα της επίσκεψής της στην Αγκυρα το Σάββατο, όπου είχε συναντήσεις με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν και τον πρωθυπουργό Γιλντιρίμ.
Αρτι αφιχθείσα από την Ουάσινγκτον και την πρώτη συνάντησή της με τον Ντόναλντ Τραμπ -τις ξενοφοβικές επιλογές του οποίου αρνήθηκε επιμόνως να σχολιάσει- η Τερέζα Μέι ευχαρίστησε δημόσια την Τουρκία για τη φιλοξενία 3 εκατομμυρίων προσφύγων, κωφεύοντας στις διαρκείς απειλές προς την Ε.Ε. ότι θα τινάξει στον αέρα τη σχετική συμφωνία (θέμα που θα βρεθεί στο επίκεντρο της επίσκεψης Μέρκελ στην Αγκυρα, την Πέμπτη).
Απέφυγε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση σε ερώτηση για τη διατήρηση του θεσμού των εγγυητριών χωρών στην Κύπρο, ενώ στον πλευρό της ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωνε ότι «μια βιώσιμη και δίκαιη λύση (…) περνά από τη διατήρηση των εγγυήσεων».
Και φεύγοντας αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, είχε πια καταλήξει με την ηγεσία της Αγκυρας σε:
α) Καταρχήν συμφωνία, ύψους 100 εκατ. βρετανικών λιρών, για την κατασκευή νέας γενιάς τουρκικών μαχητικών TF-X (σημειωτέον, λίγους μήνες μετά την παραγγελία 24 μαχητικών F-35 από την αμερικανική Lockheed Martin).
β) Σύσταση ομάδας εργασίας για την προώθηση των διμερών εμπορικών σχέσεων, μετά το Brexit.
Αυτά, την ώρα που ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμιζε το τουρκικό κρατικό αξιόχρεο στην κατηγορία «σκουπίδια», ενώ η Standard & Poor’s αναθεωρούσε από «σταθερή» σε «αρνητική» την προοπτική της τουρκικής οικονομίας, λόγω ανησυχιών για την πολιτική και νομισματική σταθερότητα στη χώρα.
