Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πεινάει πολύ σήμερα η Ιζαμπώ. Πεινάει από το πρωί που ξύπνησε. «Θα φταίει το διαολόκρυο», σκέφτηκε, και μάζεψε προσεκτικά πρώτα τις κουβέρτες, μετά το φανελένιο σεντόνι κι ύστερα τον μουσαμά. Τις εφημερίδες και τα κουτιά θα τ’ αφήσει εκεί. Δεν ξέρει ακόμα πώς θα τη βρει το βράδυ. Ισως απόψε ξαναγυρίσει στη στοά. Αν τα πετάξουνε οι έμποροι ή οι οδοκαθαριστές του δήμου, ε, τι να κάνει… θα έβρισκε άλλα. Τρία χρόνια τώρα είναι στον δρόμο.

Κάτι ψιλά κουδούνισαν στην τσέπη της. Τα έβγαλε και τα μέτρησε. Πέντε ευρώ συνολικά. Δέκα εικοσάλεπτα, είκοσι πεντάλεπτα και δύο μονόευρα. Τους θυμόταν πολύ καλά αυτούς που της έδωσαν τα μονόευρα. Δεν βγάζουν τέτοια «μεγάλα ποσά» από την τσέπη τους πια οι περαστικοί. Χαμογέλασε. Ναι, βεβαίως και θυμόταν την ηλικιωμένη κυρία, πάνω-κάτω στην ηλικία της ήταν. Και το παλικαράκι με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, της έδωσε το «μεγάλο κέρμα», δίχως να ακούσει τις εκκλήσεις της. Ετσι, από μόνο του.

Πεινάει πολύ σήμερα η Ιζαμπώ. Τέλειωσαν οι γιορτές και πάνε τα κεράσματα. Κουλούρια, τσουρέκια και γλυκά.

Η Ιζαμπώ κάποτε είχε σπίτι, νιάτα κι ομορφιά. «Απ’ όλα είχα! Ναι, ναι, κύριε… Μη με κοιτάς λοξά», είπε σ’ έναν περαστικό άντρα, και συνέχισε στον εαυτό της: «Από όλα είχα, σου λέω!».

Γιατί, η εβδομηντάχρονη σήμερα Ιζαμπώ υπήρξε μία από τις ωραιότερες γυναίκες των Αθηνών. Για τα μαύρα της μάτια γράφτηκαν ατέλειωτα ραβασάκια, τραγούδια και ποιήματα. Κι από οικογένεια καλή ήταν και την προίκα της την είχε. «Μα τι μανία μ’ είχε πιάσει να μείνω λεύτερη; Τέτοια σκορποχέρα και λουσού που ήμουν; Δεν βαριέσαι… Τη χάρηκα τη ζωή! Μου έμειναν τα τραγούδια και τα ποιήματα! Αλλα… δεν τρώγονται!».

Προχθές με το πολύ κρύο, ένας εστιάτορας μαγαζιού κυριλέ, άρχοντας και μερακλής, που αργά το βράδυ βάζει από την πίσω πόρτα της κουζίνας όσους πεινάνε, της έπιασε κουβέντα: «Ιζαμπώ! Τι όνομα είναι αυτό; Ισαβέλλα δηλαδή;». «Τι λες, άνθρωπέ μου!», του απαντάει η Ιζαμπώ, «σου μοιάζω εγώ για ξενέρωτη αρχοντοπούλα Ισαβέλλα; Ε;».

«Ιζαμπώ από την Ανατολή είμαι εγώ!», είπε και παραμέρισε το πιάτο. Κι όπως η Σαλώμη έβγαζε τα πέπλα της ένα ένα, έτσι κι η Ιζαμπώ πέταξε από πάνω της παλιές μπλούζες και φθαρμένες ζακέτες κι έμεινε μονάχα μ’ ένα νυχτικό, βαμβακερό και λουλουδάτο, απ’ αυτά που φοράνε τα μικρά κορίτσια το καλοκαίρι.

»Μέσα στις επευφημίες του προσωπικού και τα χειροκροτήματα των αστέγων αναδύθηκε μια γηραιά Αφροδίτη. Ελυσε τα μαλλιά της. Θαμπά και άλουστα, τύλιξαν τους ώμους της σαν ακριβή εσάρπα. Εκεί την πρωτοείδα κι εγώ. Κι απ’ το όνομά της θυμήθηκα μια άλλη «Ισαβέλλα, που ο άνεμος τη βάφτισε Ιζαμπώ».

Αργότερα εκείνο το βράδυ η Ιζαμπώ, τυλιγμένη και πάλι στα ρούχα και τα στρωσίδια της, άνοιξε τα γράμματα και διάβασε ένα ένα τα ποιήματα και τα ραβασάκια. Ολα άρχιζαν με τον ίδιο τρόπο: «Μαύρα μου μάτια…». Πεινούσε και πάλι πολύ. Πεινούσε για μια αγκαλιά.

Σήμερα όμως, μονολογούσε κι έλεγε: «Δεν τρώγονται τα ποιήματα, ούτε τα γλυκόλογα, Ιζαμπώ! Να δω πώς θα τη βγάλεις, κυρά γαϊτανοφρύδα μου!!! Ισως ήρθε η ώρα να αφήσεις τον δρόμο. Ποτέ δεν είναι αργά. Ετσι δεν λένε;».

Κοίταξε το ρολόι του φαρμακείου απέναντι. Εφτά η ώρα. Που σημαίνει ότι είναι έξι ώρες ακόμα μέχρι το μεσημεριανό συσσίτιο του δήμου. Ψαχούλεψε κάτι φυλλάδια που είχε στην τσέπη. Της τα δώσανε δυο κοπελιές χθες. Φυλλάδια που λένε για μέρη που μπορούν να τη βοηθήσουν. Θα ρωτήσει και θα μάθει το μεσημέρι.

Κάτι άλλαξε μέσα της εδώ και λίγο καιρό. «Ο δρόμος σε αλλάζει». Σαν να μαλάκωσε λίγο, σαν να συγχώρησε κάπως τους ανθρώπους, σαν να συγχώρησε και τον εαυτό της. Κι έτσι φορτώθηκε τη μεγάλη τσάντα στον ώμο και προχώρησε, με τα μαλλιά λυμένα από προχθές.