Σφίγγει κι άλλο στον χειμαζόμενο κλάδο του Τύπου η θηλιά γύρω από τις επιχειρήσεις, καθώς αυξάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές.
Η σχετική εγκύκλιος ορίζει τη σταδιακή αύξηση των εισφορών για τους εργοδότες ώστε το 2020 να ανέλθουν σε 13,33% και καθορίζει σταθερές τις εισφορές των εργαζομένων στο 6,67%.
Μπορεί τα μεγέθη να μην αλλάζουν δραματικά, αλλά όταν μιλάμε για ζημιογόνες δραστηριότητες, τότε η οποιαδήποτε επιβάρυνση φέρνει τεράστιους κλυδωνισμούς στις επιχειρήσεις των μέσων ενημέρωσης.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα διευκρινίζονται στην εγκύκλιο, θα υπάρξει σταδιακή αύξηση των εισφορών για τους εργοδότες.
Αναλυτικότερα, η εισφορά εργοδότη υπολογίζεται επί των ίδιων αποδοχών και ανέρχεται για τον Δεκέμβριο του 2016 σε ποσοστό 7,5%.
• Από 1.1.2017 οι εργαζόμενοι θα καταβάλλουν 6,67% και οι εργοδότες 8,96%.
• Από 1.1.2018 η εισφορά των εργαζομένων θα παραμείνει στο 6,67% και των εργοδοτών θα ανέλθει σε 10,42%.
• Από 1.1.2019 οι εργαζόμενοι θα καταβάλλουν 6,67% και οι εργοδότες 11,87%.
• Από 1.1.2020 οι εισφορές εργαζόμενων δημοσιογράφων και εργοδοτών καθορίζονται στο ίδιο επίπεδο με αυτές των υπόλοιπων μισθωτών (6,67% για τους ασφαλισμένους και 13,33% για τους εργοδότες).
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι για τους τεχνικούς του Τύπου, για τους οποίους ισχύουν οι διατάξεις για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, στην ασφαλιστική τους εισφορά προστίθεται και 3,6% επί των αποδοχών.
Η πρακτική συνέπεια αυτής της διαφοροποίησης είναι ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου για την προσαύξηση του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης.
Αντίθετα, για όσους ασφαλισμένους κατέβαλαν την πρόσθετη εισφορά και δεν συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προβλέπεται η χορήγηση προσαύξησης στο ανταποδοτικό ποσό της σύνταξης.
Εισφορές περίθαλψης
Οσον αφορά τις εισφορές υγειονομικής περίθαλψης, από 1-1-2017 ανέρχονται σε ποσοστό 7,10% και κατανέμονται αφενός για παροχές σε είδος σε ποσοστό 6,45%, από το οποίο ποσοστό 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% βαρύνει τον εργοδότη, αφετέρου για παροχές σε χρήμα σε ποσοστό 0,65%, όπου ποσοστό 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 0,25% τον εργοδότη.
