Διάχυτη ενέργεια, μια κινηματογραφική «κοινότητα» με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Αν όλοι περίμεναν να δουν ποια θα είναι η σφραγίδα που θα φέρουν στο 57ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οι νέοι επικεφαλής του, αυτή είναι, κυρίως, η αίσθηση ότι ο πολύχρονος κινηματογραφικός θεσμός της Ελλάδας έκανε ένα ευπρόσδεκτο restart – κι αυτό δεν είναι λίγο.
Το Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα, με την υπογραφή του Γιώργου Κρασσακόπουλου, έκανε αυτό που είναι ο προορισμός του, να αποκαλύψει στο κοινό ταινίες ολοκαίνουργιες, ως επί το πλείστον άγνωστες, που συνδέουν τους θεατές μ’ αυτό το φεστιβαλικό σιωπηλό αξίωμα της ανάδειξης ή μη των ταινιών από τις αντιδράσεις του κοινού, το word of mouth που σ’ ένα πλούσιο σε περιεχόμενο φεστιβάλ παίρνει ταχύτητα μέρα με τη μέρα.
Τελευταίο τέτοιο «αγαπημένο παιδί» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε μια λίστα προτιμήσεων που αλλάζει καθημερινά, η «Λαίδη Μακμπέθ» του Βρετανού Γουίλιαμ Ολντροϊντ, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νικολάι Λέσκοφ.
Η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που, στα μέσα του 19ου αιώνα, αναγκάζεται να παντρευτεί έναν μεσήλικα άντρα, αλλά αποφασίζει, αντί να σιωπήσει ή να αυτοκτονήσει, να πάρει τη ζωή της στα χέρια της και να αντιδράσει, γίνεται μια ιδιότυπη, κομψή, αλλά όχι λιγότερο δυναμική παντιέρα για τη σημερινή γυναικεία χειραφέτηση που μοιάζει, παράδοξα αλλά αληθινά, κατεπείγουσα ξανά.
Οι «Ματιές στα Βαλκάνια», το πρόγραμμα του Δημήτρη Κερκινού, που όλα τα χρόνια, μαζί με τη γοργή ανέλιξη του βαλκανικού σινεμά, συγκεντρώνει κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της σεζόν, είχε φέτος ένα ειδικό δώρο για τους πρόθυμους θεατές: το αφιέρωμα στον 52χρονο Τούρκο σκηνοθέτη Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ.
Ενας από τους θεμελιωτές του νέου τουρκικού κινηματογράφου, που επηρέασε καθοριστικά όλο το σημερινό ρεύμα των δημιουργών της χώρας του, δεν έγινε ποτέ αρκετά γνωστός στη διεθνή σκηνή εξαιτίας της πολύχρονης κι επίμονης σύγκρουσής του με το τουρκικό κράτος.
Αυτοδίδακτος, εμπνευσμένος από τον Ζεκί Οκτέν δίπλα στον οποίο μαθήτευσε, γύρισε μια σειρά από υπέροχες ταινίες στη φόρμα του λαϊκού μελοδράματος, οι οποίες, ωστόσο, στην καρδιά τους, σχολιάζουν την τουρκική κοινωνία που πασχίζει να εκσυγχρονιστεί μετά το πραξικόπημα του 1980.
Η ενοχή, η επιθυμία, η παραίτηση ή η ελπίδα, με μια επίφαση πικρού ή παράλογου χιούμορ, συνθέτουν μια φιλμογραφία όχι απλώς ενδιαφέρουσα, αλλά και εξαιρετικά οικεία στην ελληνική ιδιοσυγκρασία και παράδοση.
Οσο για το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, που φέτος θεσπίστηκε και επίσημα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τα πράγματα παραμένουν λίγο πιο μπερδεμένα.
Οι ελληνικές ταινίες της χρονιάς προβάλλονται όλες – αλλά όχι εντελώς όλες γιατί γίνεται και μια προεπιλογή από γνωμοδοτική επιτροπή. Οι ταινίες που έχουν ήδη προβληθεί στις αίθουσες εντάσσονται στο ίδιο τμήμα με εκείνες που έχουν κάνει περιορισμένες προβολές σε άλλα φεστιβάλ.
Ενα επίτευγμα σαν το «Νήμα» του Αλέξανδρου Βούλγαρη συγκαταλέγεται στην ίδια ενότητα με τον ανεκδοτολογικό «Αλκιβιάδη» του Δημήτρη Μακρή. Το σύνολο είναι, φυσικά, μάλλον ανισόρροπο και σίγουρα όχι ελκυστικό στην ολότητά του για τον ανυποψίαστο θεατή ή επαγγελματία.
Κι αν αυτό ορίζει ο νόμος, στο χέρι του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι, στις χρονιές που έρχονται, να διαμορφώσει το τμήμα με τρόπο ακόμα λιγότερο κλαδικό, ακόμα πιο απομακρυσμένο από το τσουβάλιασμα των παλιότερων Κρατικών Βραβείων, αλλά και στην πράξη υποστηρικτικό των ταινιών που καλείται να παρουσιάσει.
Ωστόσο, οι ελληνικές ταινίες που πραγματικά αναδείχτηκαν και συζητήθηκαν στο φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, δηλαδή το «Park» της Σοφίας Εξάρχου, το «Νήμα» του The Boy, το «Αφτερλωβ» του Στέργιου Πάσχου, το «Οντως φιλιούνται;» του Γιάννη Κορρέ, η «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη, αποκάλυψαν οι ίδιες το πιο συναρπαστικό στοιχείο που τις χαρακτηρίζει:
ότι πια το «νέο» ελληνικό σινεμά είναι πολυπρόσωπο, αποτελείται από διαφορετικά είδη ταινιών στα σενάρια και το ύφος του κι έχει αρχίσει να αναπτύσσει μια πολυφωνία που το μεταμορφώνει όχι σε καπρίτσιο των λίγων, αλλά σε αληθινή ψυχαγωγία των πολλών. Ελπίζουμε.
