Την Τετάρτη 26/10/2016, στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής, πάλι χάρη στον γνωστό/άγνωστο «Ελληνα του εξωτερικού ο οποίος επιθυμεί η δωρεά του να παραμείνει ανώνυμη», απολαύσαμε άλλο ένα αληθινά κορυφαίο ευρωπαϊκό συμφωνικό σύνολο.
Στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα η Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα «Κοντσέρτχεμπαου» του Αμστερνταμ (RCO) υπό τον Ντανιέλε Γκάτι έπαιξε μείζονα έργα της γερμανοαυστριακής παράδοσης.
Η συναυλία άφησε άριστες εντυπώσεις όσον αφορά το ρεπερτόριο και την ορχήστρα, αλλά άνισες όσον αφορά τη μουσική διεύθυνση.
Η βραδιά ξεκίνησε με Βάγκνερ. Πρώτη ακούστηκε μια ωραία, στρωτή εκτέλεση της εισαγωγής στους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης». Στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού πολιτιστικού προγράμματος «RCO meets Europe/Side by Side» οι Ολλανδοί μουσικοί συνέπραξαν με τη νεοσύστατη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, δημιουργία του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» (2015).
Ακολούθησαν ορχηστρικά αποσπάσματα από το «Λυκόφως των θεών». Στις αναγνώσεις πρωταγωνίστησαν ο μαγευτικός πλούτος ηχοχρωμάτων και οι άριστες ισορροπίες δυναμικής. Παρά τη συγκινησιακά χλιαρή, κάπως αμέτοχη διεύθυνση του Γκάτι, η πολυδιάστατη γοητεία, η ρηξικέλευθη μουσική γραφή και η σύνθετη μουσική δραματουργία του Βάγκνερ αναδείχτηκαν ιδανικά.
Ακολούθησε το Adagio από τη «Συμφωνία αρ.10» του Μάλερ, έργο ολοκληρωτικά διαποτισμένο από την αγωνιώδη ψυχολογική αναμέτρηση του συνθέτη με το επερχόμενο τέλος της ζωής του.
Αρθρωμένο ως μακρά σειρά παραλλαγών, με οξείας ευαισθησίας, ευρηματικότητας και ηχητικής διαφάνειας ενορχήστρωση, το αργόσυρτο Adagio αποτελεί νοηματική συνέχεια της «Ενατης Συμφωνίας».
Διέπεται από δραματουργία έκφρασης βασισμένη σε «σκηνοθετημένες» μεταπτώσεις διαθέσεων –θλίψη, κούραση, οδύνη, στοχασμός, παραίτηση–, η προοδευτική διαδοχή των οποίων συνέχει υπόγεια τη μουσική, λειτουργώντας ως τεράστιο πένθιμο εμβατήριο.
Το άκρας εγρήγορσης παίξιμο και ο υπέρτατης ποιότητας, διάφανα διαστρωματωμένος ήχος της ορχήστρας υποστήριξαν τέλεια τη μαλερική γραφή: το ρευστό ξεδίπλωμα της αφήγησης από τα έγχορδα, τις ακραίες διαβαθμίσεις δυναμικής, τις επιμέρους δράσεις ορχηστρικών υπο-ομάδων, τις εξατομικευμένες συνεισφορές οργάνων.
Δυστυχώς, ειδικά εδώ, η διεύθυνση του Γκάτι υπήρξε υπονομευτικά αδιάφορη προς το συγκινησιακό φορτίο της μουσικής, αντιμετωπίζοντας την παρτιτούρα με ρουτινιάρικη βιασύνη, ψυχρότητα και αδιαφορία.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τα «Τρία κομμάτια για ορχήστρα» του Αλμπαν Μπεργκ. Εδώ, αίφνης, η διεύθυνση του Γκάτι ανέβασε θερμοκρασία, επιδεικνύοντας αθλητική σβελτάδα και ύψιστης εγρήγορσης ανακλαστικά. Συνακόλουθα το ακρόαμα προσέλαβε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η μουσική δόθηκε με ρευστή, σφριγηλή φραστική, οξείες αντιθέσεις, άριστη οργάνωση στίξεων και μεταπτώσεων σε ταχύτητες και δυναμικές που υποστήριξαν άριστα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του μυστηριώδους, ατμοσφαιρικού «Πρελούδιου», του ιδιοσυγκρασιακά αισθησιακού «Κυκλικού χορού» και του νευρώδους, αγχωτικού «Εμβατηρίου».
