Είναι ξεκάθαρο ότι μέχρι και την Κυριακή έχουμε να δούμε και να ακούσουμε πολλά. Προς το παρόν, μάθαμε ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, στηρίζει τον Ματέο Ρέντσι για το συνταγματικό δημοψήφισμα.
Στήριξη χωρίς επιφυλάξεις, στο όνομα των μεταρρυθμίσεων, έστω και αν οι δύο πολιτικοί δεν ανήκουν, ως γνωστόν, στην ίδια ευρωπαϊκή ιδεολογική οικογένεια.
«Ο Ματέο Ρέντσι ολοκληρώνει ή προσπαθεί να ολοκληρώσει μια συνταγματική μεταρρύθμιση και πρέπει να πω ότι νιώθω μεγάλο σεβασμό», δήλωσε ο Σόιμπλε στο περιθώριο συνεδρίου στο Βερολίνο.
Παράλληλα, όπως έγραψε η εφημερίδα «Κοριέρε ντέλα Σέρα», υπογράμμισε ότι αν ήταν στην Ιταλία θα ψήφιζε «ναι» στο δημοψήφισμα, αφού «ελπίζει να πετύχει» ο Ρέντσι, διότι «δείχνει να μπορεί να επιτελέσει -περισσότερο απ’ ό,τι άλλοι- βήματα προόδου που χρειάζεται η Ιταλία».
Ο Σόιμπλε δεν παρέλειψε να τονίσει ότι «αν ο Ρέντσι χάσει, θα ήταν καλό να μην αποσυρθεί από την πολιτική σκηνή», αλλά να καταφέρει να ακολουθήσει άλλες οδούς «ώστε να προοδεύσει η Ιταλία».
Ομολογουμένως η τοποθέτηση αυτή προκαλεί -αν όχι σοκ- μεγάλο προβληματισμό. Ξαφνικά, οι απόψεις του Ιταλού κεντροαριστερού πρωθυπουργού και του υπερσυντηρητικού υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης του Βερολίνου άρχισαν να ταυτίζονται;
Προφανώς όχι, και οι πρόσφατες δηλώσεις του Ρέντσι σε ό,τι αφορά το μέλλον της Ευρώπης, τη χρεοκοπία της πολιτικής της λιτότητας και την ανάγκη αλληλεγγύης για το μεταναστευτικό, το αποδεικνύουν.
Πρέπει να διαπιστώσει, όμως, κανείς ότι έστω και από διαφορετική ιδεολογική σκοπιά, αυτό που φαίνεται να υπάρχει είναι μια κοινή πίστη στην αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων. Και η σημασία της λέξης, προφανώς, είναι ευρύτατη και άκρως αντικειμενική.
Με το δημοψήφισμα αυτό, για παράδειγμα, οι Ιταλοί καλούνται να πουν, εμμέσως, αν συμφωνούν με τη μεταρρύθμιση του εργασιακού, η οποία αύξησε σημαντικά το δικαίωμα του κάθε εργοδότη να απολύει τους εργαζόμενους, δίνοντας μόνο μια χρηματική αποζημίωση. Χωρίς να είναι υποχρεωμένος, μετά από προσφυγή στη Δικαιοσύνη, να τους ξαναπροσλάβει.
Δύναμη στη Ρώμη
Οι πολίτες θα πρέπει να πουν, επίσης, αν συμφωνούν με την προτεινόμενη αποδυνάμωση των περιφερειών. Κάτι που σημαίνει ότι για έργα στρατηγικής σημασίας, όπως αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου κοντά σε τουριστικές περιοχές, τον τελευταίο και καθοριστικό λόγο θα τον έχει μόνον το κράτος, η κυβέρνηση της Ρώμης.
Η περίπτωση του δημοψηφίσματος, λοιπόν, ξεπερνά το κλασικό φάσμα Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς και θέτει ένα γενικότερο θέμα μεταρρυθμιστικής ή μη πολιτικής και αντίληψης του «εκσυγχρονισμού» της κοινωνίας.
Σε ό,τι αφορά την πορεία της προεκλογικής εκστρατείας, φήμες από το μέτωπο του «ναι» στη μεταρρύθμιση φέρουν τους πολίτες υπέρ του δημοψηφίσματος να παρουσιάζουν αύξηση.
Ο Ρέντσι εναποθέτει και αρκετές ελπίδες στην επιστολική ψήφο των απόδημων Ιταλών, στους οποίους έστειλε ειδικό γράμμα. Αν χάσει με μεγάλη διαφορά, θα παραιτηθεί και πιθανότατα δεν θα επιστρέψει.
Αλλά αν κερδίσει -ή ακόμη και αν η ήττα είναι περιορισμένη-, το πιο λογικό είναι να παραμείνει στην εξουσία, εν αναμονή πρόωρων εκλογών.
