Εν εγρηγόρσει η γιαγιά μου η Μιχελορήνη, έπαιζε, από τότε που τη θυμάμαι, ένα δικής της εμπνεύσεως κρυφτούλι με τον Χάροντα. Περί τα μέσα Οκτωβρίου, επί συναπτά έτη, άρχιζε να υποτονθορύζει: «Δώσε Παναγία μου να μην πεθάνω τώρα που ’ναι κρύα τα χώματα». Το τροπάρι εξακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα. Κατά τον Απρίλιο, που ζέσταινε κομμάτι ο καιρός, άλλαζε ρεπερτόριο: «Λυπήσου με Μεγαλόχαρη, μη με πάρεις με τούτη την κάψα». Τα μονότονα κουπλέ και ρεφρέν διαρκούσαν ίσαμε τα τέλη Αυγούστου κι όλο τ’ αποκαλόκαιρο. Πιτσιρικάς εγώ, την κορόιδευα. Κοίταξε την μπαμπόγρια, σκεφτόμουν. Προσπαθεί να ξεγελάσει τον Χάρο εξάμηνο το εξάμηνο. Η Μιχελορήνη ήταν μια τυπική νησιώτισσα παλαιάς κοπής. Μπήκε πρώτη φορά σε αίθουσα σχολείου, πατημένη πενηντάρα, για να ψηφίσει.
Υπήρξε μολαταύτα, καίτοι αναλφάβητη, σκαπανέας της πολιτικής επιστήμης· με μάστερ και ντοκτορά. Δεκαετίες αργότερα διαπιστώνω ότι η πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά με ολίγην Ακροδεξιά ξεπατικώνει τα κόλπα της. Τζογάρει παρόμοιες ζαριές στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τους (θ)εσμούς, υποθηκεύοντας τη χώρα, τη δημοκρατία, το παρόν και το μέλλον των πολιτών, με μοναδικό διακύβευμα να παραμείνει έτι περαιτέρω στην εξουσία. Ούτε καν εξάμηνο εξάμηνο, όπως εκείνη, αλλά, «τούτο τον μήνα, τον από πάνω, τον παραπάνω και τον πιο πάνω» κατά το παραδοσιακό άσμα. Παράδειγμα η τρέχουσα αξιολόγηση. Προβεβλημένα στελέχη της κυβέρνησης κατακεραυνώνουν Ε.Ε. και ΔΝΤ, διαβεβαιώνοντας πως δεν θα εφαρμοστούν οι ολέθριες ντιρεκτίβες τους επειδή προέχει η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του λαού.
Χαώδεις οι βουλές του Μαξίμου, ωστόσο. Διακηρύττει άλλα δημοσίως και πράττει τα ακριβώς ενάντια στα κρυφά. Στη ζούλα και στα μουλωχτά παραδίδει στην τρόικα γην και ύδωρ· κατάργηση του αφορολόγητου, πά’ να πει, και παράταση του «κόφτη». Να τα βρει μπαστούνια εν ευθέτω η επόμενη κυβέρνηση και το δύσμοιρο πόπολο στο διηνεκές. Πες πες η μάμμη μου κατόρθωσε να εξαπατήσει τον γιο του Ερέβους και της Νύκτας, που την είχε ξεχάσει για χρόνια. Την οδήγησε εν τέλει στην Αχερουσία Λίμνη μια ανάσα πριν απ’ τα εκατό. Σχεδόν μέχρι να κλείσει τα μάτια της τα ’χε τετρακόσια. Σ’ όσους τη ρωτούσαν το μυστικό της μακροζωίας απαντούσε χωρίς δεύτερη σκέψη: το κρασί. Σ’ ολόκληρη τη ζωή της, ειρήσθω εν παρόδω, απέδιδε γενναίες σπονδές στον άκρατο οίνο, κοινώς τα ’τσουζε γερά. Αντλούσε απ’ τα ποτηράκια της ευθυμία, οξύνοια, δύναμη, υγεία και τις ρέστες χάρες των ακολούθων του Διονύσου.
Η κρύα και άνοστη σούπα ΣΥΡΙΖΑ με άχαρα καρυκεύματα ΑΝ.ΕΛΛ., αντιθέτως, σερβίρεται άνευ τονωτικών αλκοολούχων. Είναι, βλέπεις, ξενέρωτοι οι σεφ και εκτελούν άκρως διεκπεραιωτικά την αποτυχημένη συνταγή Σόιμπλε. Ο Γερμανός αρχιμάγειρας κρατάει για τον εαυτό του τα εκλεκτά λουκάνικα και τα λιπαρά χοιρομέρια της κουζίνας του, χορηγώντας στους εκπαιδευόμενους ατζαμήδες αχτσήδες άγευστα δηλητηριώδη υλικά. Τα ανακατεύουν οι ταλαίπωροι στον τέντζερη, αλλά το αποτέλεσμα προκαλεί αηδία. Το καλύτερο κρασί να ’χεις, δεν πάει κάτω με τέτοιο ζωμό. Οσο κι αν πασχίζουν λοιπόν, δεν προβλέπεται να μακροημερεύσουν, καθότι αντέγραψαν μόνο τα άμπρα κατάμπρα της ευχής της γιαγιάς και όχι την ουσία.
