Οι μέρες μέχρι το τετραήμερο 9-12 Δεκεμβρίου είναι λίγες, τα επίδικα πολλά και το πεδίο ναρκοθετημένο.
Οπως αποφάσισαν οι Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί στη Λευκωσία, παρόντος του αξιωματούχου του ΟΗΕ Εσπεν Μπαρθ Aϊντε, οι δικοινοτικές διαπραγματεύσεις ξεκινούν σύντομα και θα κορυφωθούν όταν στη Γενεύη την προσεχή Παρασκευή οι δύο πλευρές θα πιάσουν το νήμα από εκεί που το άφησαν στο Μον Πελεράν. Δεσμεύτηκαν να παρουσιαστούν χάρτες και να εργαστούν επί τρεις ημέρες, προτού συγκληθεί διεθνής πολυμερής διάσκεψη για το θέμα.
Το χρονοδιάγραμμα είναι «σφιχτό», αλλά η κατάσταση κρίσιμη, αν αναλογιστεί κανείς την εντεινόμενη ρητορική επιθετικότητα της ηγεσίας της Τουρκίας.
Στο «παιχνίδι» μπαίνει πλέον η Ευρώπη, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δηλώνει, με το βλέμμα στην Αγκυρα, ότι αρνητικές δηλώσεις που βλάπτουν τις σχέσεις καλής γειτονίας «πρέπει να αποφευχθούν», ενώ πρώτη φορά αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη σεβασμού των χωρικών υδάτων των κρατών-μελών.
Η Αθήνα επιμένει ότι στηρίζει και παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τις δικοινοτικές συνομιλίες. Και το Βερολίνο, διά της συνομιλίας Τσίπρα – Μέρκελ και της άφιξης του υπουργού Εξωτερικών Σταϊνμάγερ την Κυριακή στην Αθήνα, δραστηριοποιείται ενισχύοντας την ευρωπαϊκή διάσταση του κυπριακού ζητήματος.
Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος δήλωσε χτες ότι η Αθήνα «θα εντείνει τις διπλωματικές ενέργειες, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ώστε να καταστεί εφικτή η σύγκλιση και στο κρίσιμο θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων».
Συμπλήρωσε, δε, ότι «μόνο επί τη βάσει αυτής της συνεννόησης, στο πλαίσιο και διμερών ελληνοτουρκικών διαβουλεύσεων, μπορεί να πραγματοποιηθεί πολυμερής διάσκεψη».
Ο Αλέξης Τσίπρας συνομίλησε χτες με τον Νίκο Αναστασιάδη, ενώ ο Νίκος Κοτζιάς συναντήθηκε με τον Εσπεν Μπαρθ Αϊντε.
Η θέση της Αθήνας για τις επόμενες ημέρες είναι σαφής: Το εδαφικό αποτελεί ζήτημα που πρέπει να λυθεί από τις ηγεσίες των δυο κοινοτήτων. Η ελληνική κυβέρνηση από θέση αρχής δεν επιθυμεί να εμπλακεί στις συζητήσεις επ’ αυτού του ζητήματος.
Παράλληλα, μια πολυμερής διάσκεψη θα έχει νόημα μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα συζητηθούν τα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας.
Και μέχρι να φτάσουμε εκεί, είναι πιθανή μια συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα και του Ταγίπ Ερντογάν, ώστε να αναζητηθεί κοινός τόπος με βάση την άποψη της Αθήνας ότι πρέπει να αποχωρήσουν (με σαφές χρονοδιάγραμμα) οι ξένες δυνάμεις από τα κυπριακά εδάφη.
Η λογική αυτή άποψη υπακούει, άλλωστε, στο σαφές σκεπτικό πως είναι αδύνατον σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης να υπάρχουν κατοχικά στρατεύματα.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης ο Μουσταφά Ακιντζί μίλησε για πενταμερή και όχι πολυμερή διάσκεψη, γίνεται σαφές ότι το πεδίο είναι δύσβατο.
Η σύνθετη αυτή κατάσταση προμηνύει έντονο παρασκήνιο, ενώ υπάρχουν αντικειμενικά πολλές παγίδες. Αν στη Γενεύη όλα πάνε καλά, τότε θα δρομολογηθούν και καλές εξελίξεις.
Εάν, όμως, για οποιονδήποτε λόγο προκύψει νέο «ναυάγιο», τότε όλες οι πλευρές θα επενδύσουν σε ένα αδυσώπητο «blame game», κατά το οποίο η κάθε πλευρά θα επιρρίπτει την ευθύνη στους «αντιπάλους», ώστε να εξυπηρετηθούν γεωοπολιτικές, αλλά και μικροπολιτικές σκοπιμότητες.
