Ρώτησε δημοσιογράφος τον γενικό εισαγγελέα Βερολίνου για τη δολοφονία του Πολωνού οδηγού του φονικού φορτηγού που έκλεψαν οι δράστες του μακελειού στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου: «Γιατί κάποιος να πυροβολήσει και μετά να μαχαιρώσει το θύμα του;».
Και ο εισαγγελέας απάντησε: «Πραγματικά, δεν γνωρίζω. Ακριβώς αυτά τα τρελά ερωτήματα είναι που απασχολούν κι εμάς».
Αν πίστευα σε κάποιο θρήσκευμα, αν ήμουν, για παράδειγμα, χριστιανός, σήμερα, τελευταίο χρονογράφημα πριν από τα Χριστούγεννα, προπαραμονή της έλευσης του θείου βρέφους, θα έκανα ένα κήρυγμα αγάπης: Ολοι άνθρωποι είμαστε, ας είμαστε μονοιασμένοι, αγαπημένοι αυτές τις άγιες μέρες που ήρθε στον κόσμο ο θεάνθρωπος να μας σώσει… κ.λπ. κ.λπ.
Δεν είμαι όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι απλά άνθρωπος που νοιάζεται τους άλλους ανθρώπους, όποιο θεό και να πιστεύουν.
Φτάνει να μην έχουν τον θεό τους καλύτερο από τον θεό των άλλων ή όσων δεν πιστεύουν. Τότε πια –αν έχεις τον θεό σου καλύτερο από τον θεό των άλλων– αφήνουμε την πίστη και περνάμε στη στρέβλωση, στη διαστροφή της πίστης.
Που είναι ο φανατισμός. Οποιος και αν είναι, όπως και αν εκδηλώνεται. Που πάντα –αυτό είναι και το κύριο γνώρισμά του– εκδηλώνεται με βία, είτε φραστική είναι αυτή είτε σωματική σε βαθμό εγκληματικό.
Εχουν μία συνάφεια, έναν κοινό παρονομαστή, το ομαδικό έγκλημα στα τυφλά, το τρομοκρατικό χτύπημα, όπως συνηθίζουμε να λέμε (χτυπάω κι όποιον πάρει ο χάρος…) στο Βερολίνο και το σκόπιμο («στοχευμένο» το λέμε τώρα) εναντίον του Ρώσου πρέσβη στην Αγκυρα: τον φανατισμό, που είναι, προπαντός, διαστρέβλωση της πίστης και ακύρωση της λογικής.
Εξ αυτού και τα, αυτονόητα νομίζω, «τρελά ερωτήματα» του γενικού εισαγγελέα Βερολίνου. Οσο πιο αποκρουστικό είναι το έγκλημα, τόσο μεγαλώνει το κενό της λογικής και πολλαπλασιάζονται τα τρελά ερωτήματα. Καλά Χριστούγεννα, ωστόσο…
