Αν και το υπουργείο Εργασίας χαρακτηρίζει «καλύτερη του αναμενόμενου» την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που έκρινε τον ισχύοντα νόμο για τις ομαδικές απολύσεις στην Ελλάδα, η πραγματικότητα είναι πως πρόκειται για μια αμφίσημη απόφαση που δεν αναγνωρίζει την τρέχουσα οξεία οικονομική κρίση και τον ιδιαίτερα υψηλό δείκτη ανεργίας στη χώρα.
Αν αυτή η κατάσταση δεν αποτελεί την πρώτη και τη βασική προϋπόθεση ώστε να μπει φραγμός στις ομαδικές απολύσεις, τότε είναι βέβαιο πως η προστασία της εργασίας στην Ελλάδα δέχεται ισχυρότατο πλήγμα.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας ότι η δυνατότητα που έχει σύμφωνα με τον νόμο ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας να «μπλοκάρει» ομαδικές απολύσεις δεν είναι αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο. Παράλληλα όμως, σημείωνε ότι τα κριτήρια με τα οποία μπορεί να λάβει τη σχετική απόφαση ο υπουργός είναι ασαφή.
Το αποτέλεσμα της κρίσιμης δίκης έγινε δεκτό με κάποια ικανοποίηση, ιδιαίτερα καθώς η απόφαση ανέτρεπε την απολύτως αρνητική πρόταση του εισαγγελέα. Ασφαλώς πρόκειται για μια απόφαση που απορρίπτει το κακό, αλλά υιοθετεί το μικρότερο κακό. Με αυτή την έννοια δεν προσφέρεται για θριαμβολογίες.
Είναι γνωστό ότι οι δανειστές ζητούν αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων, ενώ έχουν αξιώσει να παύσει η δυνατότητα να αποφασίζει ο υπουργός Εργασίας για τη νομιμότητά τους. Σε αυτό το πλαίσιο η χθεσινή απόφαση είναι εκ πρώτης όψεως ενθαρρυντική για την ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο δεν αρκεί για να φέρει από μόνη της ένα θετικό αποτέλεσμα στις διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση.
Μπορεί αυτή η απόφαση να «ξεκλειδώσει» τις διαπραγματεύσεις στα εργασιακά και να αποκρουστούν οι παράλογες απαιτήσεις των δανειστών; Μάλλον απίθανο, καθώς στο πρόσφατο παρελθόν οι σκληροί δανειστές έχουν δείξει ότι δεν υπολογίζουν την ισχύ των νόμων και των δικαστηρίων. Πολύ περισσότερο δεν υιοθετούν θετικές ερμηνείες όταν οι νομικές αποφάσεις επιδέχονται και διαφορετικές. Οπως όλα δείχνουν, το εργασιακό θα λυθεί -όπως λυθεί- με πολιτική απόφαση και όχι στη βάση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Η «μπάλα» επομένως βρίσκεται ξανά στα χέρια των πολιτικών. Αυτοί θα λάβουν τις αποφάσεις και αυτοί θα αναλάβουν και τις ευθύνες για την Ελλάδα και την Ευρώπη.
